
Πριν από λίγα χρόνια θα έμοιαζε σχεδόν αδιανόητη η πρόβλεψη ότι μια ολόκληρη γενιά νέων Ευρωπαίων θα μεγάλωνε χωρίς να θεωρεί την απόκτηση αυτοκινήτου ένα αυτονόητο επόμενο βήμα. Για δεκαετίες, το δίπλωμα οδήγησης αποτελούσε μια άτυπη τελετή ενηλικίωσης, ενώ η απόκτηση του πρώτου αυτοκινήτου ήταν συνώνυμη με την ανεξαρτησία, την κοινωνική άνοδο και την προσωπική ελευθερία. Η σχέση αυτή έμοιαζε τόσο ισχυρή ώστε ελάχιστοι θα στοιχημάτιζαν ότι θα μπορούσε κάποτε να αμφισβητηθεί.

Κι όμως, αυτό ακριβώς καταγράφουν σήμερα μια σειρά ευρωπαϊκών ερευνών για τη συμπεριφορά των νεότερων γενεών. Ερευνητικά ιδρύματα, εταιρείες ανάλυσης της αγοράς κινητικότητας και οργανισμοί που παρακολουθούν τις κοινωνικές αλλαγές παρατηρούν μια σταθερή μετατόπιση. Το αυτοκίνητο εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ευρέως, αλλά ολοένα και λιγότερο αντιμετωπίζεται ως σύμβολο επιτυχίας ή ως στοιχείο προσωπικής ταυτότητας. Η πρώτη ανάγνωση οδηγεί εύκολα στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για μία ακόμη διαφορά μεταξύ γενεών. Μόνο που η εξήγηση είναι πιο σύνθετη. Στην πραγματικότητα αυτό που υποχωρεί δεν είναι το αυτοκίνητο αλλά ο συμβολισμός του.
Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος της αλλαγής αρκεί να κοιτάξει τι συνέβη στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες. Εδώ, το αυτοκίνητο δεν λειτούργησε ποτέ αποκλειστικά ως μέσο μεταφοράς. Απέκτησε σχεδόν μεταφυσικές ιδιότητες. Συμβόλιζε την επιτυχία, την ανεξαρτησία, την επαγγελματική αποκατάσταση, ακόμη και την προσωπική καταξίωση. Ο νέος που έβρισκε δουλειά έπρεπε να αποκτήσει αυτοκίνητο. Η οικογένεια που προόδευε αγόραζε μεγαλύτερο αυτοκίνητο. Η κοινωνική εικόνα του καθενός αποτυπωνόταν συχνά στα κυβικά που είχε παρκαρισμένα κάτω από το σπίτι του.
Ακριβώς το ίδιο συνέβη και με τη μοτοσυκλέτα. Σε μια μεσογειακή χώρα όπως η Ελλάδα, με ήπιες καιρικές συνθήκες για το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου, το δίκυκλο δεν υπήρξε απλώς μια οικονομικότερη μορφή μετακίνησης. Για χιλιάδες νέους εξακολουθεί να αποτελεί το πρώτο πραγματικό διαβατήριο ελευθερίας. Είναι αυτή η αίσθηση ότι μπορείς να πας όπου θέλεις χωρίς να δώσεις λογαριασμό σε κανέναν, σχεδόν σαν σκηνή βγαλμένη από χολιγουντιανή ταινία με πρωταγωνιστές που νιώθουν για λίγο «ξεχωριστοί». Ίσως εκεί να βρίσκεται και ένα κομμάτι του ελληνικού προβλήματος. Για δεκαετίες, μας μάθανε να αναζητούμε ατομικές λύσεις σε συλλογικά προβλήματα. Να πιστεύουμε ότι εμείς και τα παιδιά μας θα βρούμε πάντα τη δική μας διέξοδο, τη δική μας παράκαμψη, τον δικό μας τρόπο να εξυπηρετηθούμε καλύτερα από τους υπόλοιπους. Την ώρα που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες οι πολίτες απαίτησαν και κέρδισαν καλύτερα τρένα, πυκνότερα δίκτυα και αξιόπιστες δημόσιες συγκοινωνίες, στην Ελλάδα συχνά αρκούσε και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να αρκεί, ένα ακόμη αυτοκίνητο στην οικογένεια ή μια μοτοσυκλέτα στο γκαράζ για να κρυφτεί το πρόβλημα κάτω από το χαλί. Έτσι, όσο εμείς αγοράζαμε τη δική μας, προσωπική διέξοδο, οι εκάστοτε κυβερνήσεις γλίτωναν από την υποχρέωση να δώσουν απαντήσεις για όλους. Όσο το ιδιωτικό όχημα λειτουργεί ως υποκατάστατο της δημόσιας πολιτικής, η χώρα θα εξακολουθεί να παρακολουθεί τις εξελίξεις αντί να συμμετέχει σε αυτές. Οι άλλοι επένδυσαν σε τρένα, περιφερειακές συνδέσεις και δημόσιες συγκοινωνίες που ένωσαν πόλεις, κωμοπόλεις και χωριά. Εμείς επενδύσαμε σε περισσότερα αυτοκίνητα και περισσότερες θέσεις στάθμευσης για να χωρέσουμε το πρόβλημα αντί να το λύσουμε.

Καταλήξαμε λοιπόν, να υπάρχουν ολόκληρες περιοχές της χώρας όπου η καθημερινότητα χωρίς ιδιωτικό όχημα να μοιάζει με άσκηση επιβίωσης. Νέοι άνθρωποι αποκτούν αυτοκίνητο όχι απαραίτητα γιατί το επιθυμούν, αλλά γιατί δυσκολεύονται να εργαστούν, να σπουδάσουν ή να οργανώσουν τη ζωή τους χωρίς αυτό. Υπάρχουν οικογένειες που συντηρούν δύο και τρία οχήματα όχι από πολυτέλεια αλλά από ανάγκη. Οι αυξήσεις στα καύσιμα, στα ασφάλιστρα και στο κόστος συντήρησης δικαιολογημένα απασχολούν τα νοικοκυριά. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά εγκλωβιζόμαστε στη συζήτηση για το κόστος του αυτοκινήτου και ξεχνάμε να συζητήσουμε την εξάρτησή μας από αυτό. Λες και θεωρούμε απολύτως φυσιολογικό ένας ολόκληρος λαός να χρειάζεται να αγοράζει, να ασφαλίζει, να συντηρεί και να τροφοδοτεί με καύσιμα ιδιωτικά οχήματα για να καλύπτει καθημερινές ανάγκες που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εξυπηρετούνται από αξιόπιστα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Εδώ ακριβώς αρχίζουν να αποκτούν αξία τα ευρήματα των ευρωπαϊκών ερευνών. Οι νέοι στην υπόλοιπη Ευρώπη δεν φαίνεται να βλέπουν το αυτοκίνητο με τον ίδιο τρόπο που το βίωσαν οι γονείς και οι παππούδες τους. Σε πολλές χώρες μπορούν να ζήσουν, να εργαστούν και να μετακινηθούν χωρίς να αισθάνονται ότι η κατοχή ενός οχήματος καθορίζει την ποιότητα της ζωής τους. Όταν ένας νέος στην Ελλάδα, και ιδιαίτερα στην επαρχία, δεν αγοράζει αυτοκίνητο, πολύ συχνά δεν πρόκειται για επιλογή αλλά για περιορισμό. Η διαφορά μπορεί να ακούγεται μικρή, στην πραγματικότητα όμως είναι τεράστια.
Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να δω το αυτοκίνητο με την ψυχρή ματιά των ερευνών και των στατιστικών στοιχείων. Ίσως, γιατί ανήκω σε μια γενιά που μεγάλωσε μαζί του. Μέσα σε ένα αυτοκίνητο ή πάνω σε μια μοτοσυκλέτα έγιναν οι πρώτες αποδράσεις, τα πρώτα ξενύχτια, οι πρώτοι έρωτες, τα πρώτα ταξίδια χωρίς γονείς, οι πρώτες ιστορίες που χρόνια αργότερα εξακολουθούμε να διηγούμαστε στις παρέες μας. Όσο κι αν προσπαθώ, αδυνατώ να μεταφέρω όλες αυτές τις εικόνες σε ένα βαγόνι τρένου, σε ένα λεωφορείο ή σε μια εφαρμογή κοινόχρηστης μετακίνησης. Ίσως, επειδή, για τη δική μου τουλάχιστον γενιά, το ιδιωτικό αυτοκίνητο ή δίκυκλο δεν υπήρξε ποτέ απλώς ένα μέσο μεταφοράς.

Παρ’ όλα αυτά, θα σταθώ δίπλα σε όσους επιμένουν να ονειρεύονται κάτι διαφορετικό. Όχι επειδή είναι καινούργιο, αλλά επειδή έχει ήδη αποδειχθεί ότι λειτουργεί. Σε πόλεις όπου δίπλα στον δρόμο υπάρχουν ράγες τραμ και όχι μόνο διαχωριστικές λωρίδες. Σε κοινωνίες όπου η επίσκεψη στην επαρχία δεν προϋποθέτει αυτοκίνητο, αφού υπάρχουν αξιόπιστες και οικονομικές επιλογές μετακίνησης. Εκεί όπου το ποδήλατο έπαψε να αντιμετωπίζεται ως χόμπι του Σαββατοκύριακου και έγινε ένα απλό, λειτουργικό και ασφαλές μέσο καθημερινής μετακίνησης για όλους. Αλλά πάνω απ’ όλα, σε κοινωνίες που κατάφεραν να φτάσουν στο σημείο όπου η φράση «από τύχη ζούμε» δεν ακούγεται ως μια συνηθισμένη διαπίστωση της καθημερινότητας αλλά ως αυτό που πραγματικά είναι: μια προσβολή, για μια χώρα που θέλει να αποκαλείται ευρωπαϊκή.



