Περισσότερα από 27.000 αλκοτέστ μέσα σε μόλις τέσσερις ημέρες, εκατοντάδες παραβάσεις, ακινητοποιήσεις οχημάτων και συλλήψεις οδηγών υπό την επήρεια αλκοόλ. Η επιχειρησιακή εικόνα που δημοσιοποίησε η Διεύθυνση Τροχαίας Αττικής για το πρόσφατο τετραήμερο εντατικών ελέγχων αποτυπώνει όχι μόνο την έκταση των αστυνομικών παρεμβάσεων, αλλά και μια πιο σύνθετη πραγματικότητα για τη συμπεριφορά των οδηγών στους δρόμους της Αττικής.

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Τροχαίας, κατά τη διάρκεια των στοχευμένων ελέγχων πραγματοποιήθηκαν 27.042 αλκοτέστ, αριθμός ιδιαίτερα υψηλός ακόμη και για περιόδους αυξημένης κινητικότητας. Από αυτούς τους ελέγχους προέκυψαν 212 παραβάσεις οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ, ενώ σε οκτώ περιπτώσεις οδηγοί συνελήφθησαν, καθώς καταγράφηκαν ενδείξεις μέθης που υπερέβαιναν τα ποινικά όρια που προβλέπει η νομοθεσία.
Με μια πρώτη ανάγνωση, το ποσοστό των θετικών ελέγχων φαίνεται περιορισμένο. Οι παραβάσεις μέθης αντιστοιχούν περίπου στο 0,78% του συνόλου των αλκοτέστ, στοιχείο που θα μπορούσε εύκολα να ερμηνευθεί ως ένδειξη σχετικής συμμόρφωσης των οδηγών. Ωστόσο, η ανάγνωση των αριθμών απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή.
Η ίδια η λογική των μαζικών προληπτικών ελέγχων δεν αποσκοπεί αποκλειστικά στον εντοπισμό παραβατών, αλλά κυρίως στη δημιουργία αποτρεπτικής παρουσίας. Με απλά λόγια, η αποτελεσματικότητα τέτοιων επιχειρήσεων δεν μετριέται μόνο από το πόσοι εντοπίστηκαν να οδηγούν υπό την επήρεια αλκοόλ, αλλά και από το πόσοι ενδεχομένως απέφυγαν να οδηγήσουν γνωρίζοντας ότι οι έλεγχοι είναι εκτεταμένοι και απρόβλεπτοι.
Η εικόνα γίνεται πιο ενδιαφέρουσα όταν οι αριθμοί εξεταστούν συνολικά. Κατά το ίδιο τετραήμερο, η Τροχαία Αττικής βεβαίωσε 4.185 παραβάσεις του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, προχώρησε στην ακινητοποίηση 368 οχημάτων, αφαίρεσε 660 άδειες οδήγησης και 200 άδειες κυκλοφορίας, δείχνοντας ότι οι έλεγχοι δεν περιορίστηκαν αποκλειστικά στη μέθη αλλά κάλυψαν ένα ευρύτερο φάσμα επικίνδυνων συμπεριφορών.
Οι οκτώ συλλήψεις οδηγών με υψηλές ενδείξεις αλκοόλης στο αίμα αποτελούν ίσως το πιο ηχηρό στοιχείο της επιχείρησης. Κι αυτό διότι, πέρα από τη διοικητική παράβαση, σε αυτές τις περιπτώσεις η οδήγηση θεωρείται ποινικά κολάσιμη, καθώς ο κίνδυνος πρόκλησης σοβαρού τροχαίου αυξάνεται σημαντικά. Η επιστημονική βιβλιογραφία είναι σαφής: ακόμη και μικρές ποσότητες αλκοόλ μπορούν να επηρεάσουν τον χρόνο αντίδρασης, την αντίληψη του χώρου και τη δυνατότητα λήψης αποφάσεων πίσω από το τιμόνι.
Παράλληλα, η χρονική συγκυρία των ελέγχων μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί. Καλοκαίρι, αυξημένες μετακινήσεις, νυχτερινή διασκέδαση και υψηλές θερμοκρασίες δημιουργούν ένα περιβάλλον όπου η κόπωση, η κατανάλωση αλκοόλ και η χαλάρωση της προσοχής συχνά συνυπάρχουν επικίνδυνα. Σε τέτοιες περιόδους, η συχνότητα και η ορατότητα των ελέγχων αποκτούν ιδιαίτερη σημασία.
Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο πόσοι οδηγοί εντοπίστηκαν να παρανομούν μέσα σε τέσσερις ημέρες. Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά τη διάρκεια και τη συνέπεια αυτών των ελέγχων. Διότι η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι η οδική συμπεριφορά δύσκολα αλλάζει μέσα από αποσπασματικές εξορμήσεις, όσο εντατικές κι αν είναι. Η σταθερή παρουσία ελέγχων, η προβλεψιμότητα των κυρώσεων και η καλλιέργεια κουλτούρας μηδενικής ανοχής στην οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ παραμένουν ζητήματα που κρίνονται στον χρόνο και όχι σε ένα μόνο τετραήμερο.


