Από το χειροκίνητο στο αυτόματο: Όταν οι παλιές οδηγικές συνήθειες δυσκολεύουν τη μετάβαση

Στην Ελλάδα, για πολλά χρόνια, το αυτόματο κιβώτιο αντιμετωπιζόταν με μια δόση καχυποψίας, ακόμη και ειρωνείας. Ο οδηγός του χειροκίνητου συχνά θεωρούσε ότι ο χειρισμός ενός τέτοιου αυτοκινήτου απαιτεί περισσότερη δεξιότητα και κατά συνέπεια, τον καθιστά πιο ικανό οδηγό. Τα δεδομένα, όμως, αλλάζουν. Η ηλεκτροκίνηση και η εξέλιξη της αυτοκινητοβιομηχανίας φέρνουν όλο και περισσότερα αυτόματα συστήματα μετάδοσης στο προσκήνιο. Ίσως, λοιπόν, ήρθε η ώρα να αφήσουμε στην άκρη την παλιά αντίληψη ότι το χειροκίνητο είναι για τους έμπειρους και το αυτόματο για όσους δεν τα καταφέρνουν με τον συμπλέκτη. Το σίγουρο είναι ότι η πολυετής εμπειρία στο ένα σύστημα δεν σημαίνει αυτομάτως εξοικείωση με το άλλο.

Η μετάβαση από ένα χειροκίνητο αυτοκίνητο σε ένα αυτόματο μοιάζει εκ πρώτης όψεως εύκολη. Δεν υπάρχει συμπλέκτης, δεν χρειάζεται αλλαγή σχέσεων και ο οδηγός έχει ουσιαστικά δύο πεντάλ να διαχειριστεί. Για κάποιον, όμως, που έχει περάσει 20, 30 ή και 40 χρόνια αλλάζοντας ταχύτητες και χρησιμοποιώντας συμπλέκτη, η μετάβαση δεν είναι απλώς θέμα εξοικείωσης με δύο πεντάλ. Είναι μια διαδικασία προσαρμογής σε νέους χειρισμούς, αφήνοντας πίσω κινήσεις που έχουν γίνει δεύτερη φύση.

Στο χειροκίνητο αυτοκίνητο, το αριστερό πόδι έχει τον δικό του ρόλο, ενώ το δεξί εναλλάσσεται ανάμεσα στο γκάζι και το φρένο. Το χέρι αναζητά σχεδόν αυτόματα τον επιλογέα ταχυτήτων. Μετά από χρόνια οδήγησης, αυτές οι κινήσεις γίνονται μηχανικές, χωρίς ο οδηγός να χρειάζεται να τις σκέφτεται συνειδητά.

Στο αυτόματο, η συνήθεια αυτή πρέπει να αλλάξει. Το αριστερό πόδι δεν χρησιμοποιείται πλέον, ενώ το δεξί αναλαμβάνει αποκλειστικά τον χειρισμό του γκαζιού και του φρένου. Ο οδηγός καλείται να προσαρμοστεί σε μια διαφορετική διαδικασία εκκίνησης, επιβράδυνσης και στάθμευσης, χωρίς τις κινήσεις που είχε συνηθίσει επί δεκαετίες.

Ένα από τα ενδεχόμενα που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή είναι η σύγχυση ανάμεσα στο γκάζι και το φρένο. Δεν αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της μετάβασης στο αυτόματο, αλλά μπορεί να εμφανιστεί σε στιγμές όπως η εκκίνηση, η στάθμευση, η έξοδος από μια θέση στάθμευσης ή η προσπάθεια απότομης ακινητοποίησης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ένα λάθος πάτημα μπορεί να οδηγήσει σε επιτάχυνση αντί για φρενάρισμα. Όταν, μάλιστα, το αυτοκίνητο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από άλλο όχημα, τοίχο ή πεζό, ο διαθέσιμος χρόνος αντίδρασης είναι περιορισμένος.

Προσοχή χρειάζεται επίσης κατά την εναλλαγή μεταξύ των θέσεων D (εμπρός κίνηση) και R (όπισθεν). Η πλήρης ακινητοποίηση του οχήματος πριν από την αλλαγή είναι απαραίτητη. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο «αρχάριος» οδηγός θα χρειαστεί λίγο χρόνο για να σκεφτεί την αλλαγή της θέσης του επιλογέα, καθώς η συγκεκριμένη κίνηση δεν έχει ακόμη γίνει αντανακλαστική, όπως συνέβαινε επί χρόνια με τον χειρισμό του χειροκίνητου κιβωτίου.

Το πόσο εύκολα προσαρμόζεται κανείς στο αυτόματο δεν καθορίζεται τόσο από την ηλικία όσο από τις οδηγικές συνήθειες που έχει διαμορφώσει επί χρόνια και την ικανότητά του να τις αλλάξει. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ηλικία είναι αδιάφορη. Παράγοντες όπως η ταχύτητα αντίδρασης, η κινητικότητα και η ακρίβεια των κινήσεων μπορεί να επηρεάζουν την προσαρμογή, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά κάθε οδηγού.

Η εξέλιξη της αυτοκίνησης κάνει αυτή την αλλαγή ακόμη πιο επίκαιρη. Όλα τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα διαθέτουν αυτόματο σύστημα μετάδοσης, ενώ αυτό συναντάται και σε αρκετά υβριδικά μοντέλα. Το χαμόγελο του υπαλλήλου της αντιπροσωπείας, η σύντομη παρουσίαση των λειτουργιών του αυτοκινήτου και η παράδοση των κλειδιών δεν σημαίνουν ότι έχουμε ήδη εξοικειωθεί με το αυτόματο κιβώτιο. Η πρώτη οδήγηση χρειάζεται εξάσκηση και χρόνο προσαρμογής. Ένα ήσυχο περιβάλλον, η εξοικείωση με τα πεντάλ και τον επιλογέα, καθώς και οι επαναλήψεις σε εκκίνηση, σταμάτημα, όπισθεν και στάθμευση αποτελούν τα πρώτα βήματα. Η εξάσκηση πρέπει να γίνεται χωρίς βιασύνη και με την απαραίτητη προσοχή, μέχρι οι νέοι χειρισμοί να γίνουν μέρος της καθημερινής οδηγικής συμπεριφοράς.

Κύλιση στην κορυφή