
Όταν μιλάμε για τροχαία με μοτοσυκλέτες, η πρώτη σκέψη που κάνουν οι περισσότεροι είναι η ταχύτητα. Η εικόνα εκείνου του αναβάτη που κινείται πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει, ρισκάρει και τελικά χάνει τον έλεγχο. Η πραγματικότητα, όμως, είναι διαφορετική, όπως προκύπτει από την επεξεργασία δελτίων τροχαίας, φακέλων ατυχημάτων αλλά και από την εμπειρία ανθρώπων που έρχονται καθημερινά σε επαφή με τέτοια περιστατικά, από το σημείο του συμβάντος μέχρι τα επείγοντα των νοσοκομείων.

Τα περισσότερα τροχαία με δίκυκλα δεν συμβαίνουν σε εθνικές οδούς ούτε σε ανοιχτούς δρόμους με υψηλές ταχύτητες. Καταγράφονται μέσα στον αστικό ιστό, σε ώρες κανονικής κυκλοφορίας, σε πασίγνωστες διαδρομές που αποτελούν ρουτίνα για τον αναβάτη. Σε πολλές περιπτώσεις, η ταχύτητα της μηχανής τη στιγμή του ατυχήματος δεν ξεπερνά τα 40 χιλιόμετρα την ώρα και συχνά είναι ακόμη χαμηλότερη.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η ταχύτητα παύει να έχει σημασία ή ότι η χαμηλή ταχύτητα εγγυάται την ασφάλεια. Η ταχύτητα παραμένει καθοριστικός παράγοντας για τη βαρύτητα των συνεπειών σε ένα τροχαίο ατύχημα, καθώς επηρεάζει άμεσα τη δυναμική της σύγκρουσης και τον βαθμό τραυματισμού. Στο αστικό περιβάλλον, ωστόσο, τα περισσότερα ατυχήματα με μοτοσυκλέτες δεν προκαλούνται από υψηλές ταχύτητες, αλλά από αιφνιδιαστικές καταστάσεις που δεν αφήνουν περιθώριο αντίδρασης.
Στους δρόμους της πόλης, η πιο συνηθισμένη μορφή ατυχήματος με δίκυκλο είναι η σύγκρουση με άλλο όχημα, κυρίως με αυτοκίνητο. Τα σημεία όπου συμβαίνουν συχνότερα είναι οι διασταυρώσεις. Εκεί όπου ο αναβάτης κινείται κανονικά, πολλές φορές με πράσινο φανάρι ή προτεραιότητα, και ένα αυτοκίνητο στρίβει ή ξεκινά χωρίς να τον αντιληφθεί. Η μηχανή, λόγω μικρού όγκου, δεν γίνεται έγκαιρα ορατή ή εκτιμάται λανθασμένα η απόστασή της. Το αποτέλεσμα είναι μια αιφνιδιαστική, συνήθως πλευρική σύγκρουση, χωρίς να έχει προηγηθεί παρατεταμένο φρενάρισμα. Όχι επειδή ο αναβάτης δεν αντέδρασε, αλλά επειδή απλώς δεν πρόλαβε.

Αμέσως μετά σε συχνότητα έρχονται τα ατυχήματα σε δρόμους με πυκνή στάθμευση. Άνοιγμα πόρτας, έξοδος οχήματος από θέση στάθμευσης, αλλαγή λωρίδας χωρίς έλεγχο καθρέφτη. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η ταχύτητα της μηχανής είναι συχνά κάτω από 30 χιλιόμετρα την ώρα. Παρ’ όλα αυτά, η πτώση είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Οι τραυματισμοί που καταγράφονται επιβεβαιώνουν αυτή την εικόνα. Κατάγματα σε καρπούς, ώμους και κλείδες, καθώς και κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις από την πρόσκρουση στο οδόστρωμα, όχι από σύγκρουση μεγάλης ενέργειας.
Στην ήδη απαιτητική πραγματικότητα της αστικής οδήγησης προστίθεται και μια νεότερη τάση. Όλο και περισσότεροι αναβάτες κινούνται με μικρού κυβισμού μοτοσυκλέτες και ηλεκτρικά δίκυκλα χαμηλού κόστους, οχήματα που συχνά διαθέτουν βασικού επιπέδου συστήματα ενεργητικής ασφάλειας και τεχνικά χαρακτηριστικά, όπως μικρές διαμέτρους τροχών και στενά ελαστικά, καθώς και περιορισμένες δυνατότητες φρεναρίσματος και ανάρτησης. Εκεί όπου ένα μεγαλύτερο και ποιοτικά «στημένο» δίκυκλο θα απορροφήσει μια ανωμαλία, ένα μικρό και ελαφρύ όχημα μπορεί να αποσταθεροποιηθεί. Λακκούβες, πρόχειρα μπαλώματα, καπάκια φρεατίων και γυαλισμένες διαγραμμίσεις μετατρέπονται σε πραγματικές παγίδες, ακόμη και με πολύ χαμηλή ταχύτητα.
Σε αρκετές πόλεις της χώρας, οι επεμβάσεις των συνεργείων στην «άσφαλτο» (άσφαλτος = δρόμος χωρίς σφάλματα), πολλές φορές αγγίζουν, έστω από αμέλεια, τα όρια της εγκληματικής ενέργειας.
Η τεχνολογία των σύγχρονων δίκυκλων έχει μεταβάλει τον τρόπο με τον οποίο κινούνται οι αναβάτες στο αστικό περιβάλλον. Πιο συγκεκριμένα, η κίνηση γίνεται συχνά με απότομες εντολές επιτάχυνσης και επιβράδυνσης, χωρίς τη μηχανική αίσθηση και την προοδευτικότητα που χαρακτήριζε τα κλασικά κιβώτια ταχυτήτων και επέτρεπε στους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου να εκτιμούν πιο εύκολα τη μεταβολή της ταχύτητας. Η διάδοση των αυτόματων scooters, και ιδιαίτερα των μοντέλων με έντονη επιτάχυνση, έχει μεταβάλει τον ρυθμό της αστικής κυκλοφορίας. Η μετάβαση από στάση στα 40 χιλιόμετρα την ώρα γίνεται πλέον σε ελάχιστο χρόνο, ταχύτερα από αυτό που συχνά προλαβαίνει να αντιληφθεί ένας οδηγός αυτοκινήτου σε πυκνό κυκλοφοριακό περιβάλλον.
Έτσι, πολλά ατυχήματα δεν προκύπτουν επειδή κάποιος έτρεχε, αλλά επειδή κάποιος υπολόγισε λάθος. Υπέθεσε ότι το δίκυκλο θα αργήσει να φτάσει, βασιζόμενος σε μια παλαιότερη, πιο αργή εικόνα της αστικής μετακίνησης. Όταν η αρχική εκτίμηση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική ταχύτητα προσέγγισης, τότε δυστυχώς, η σύγκρουση ακολουθεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο.
Σε όλα αυτά προστίθεται και η κυκλοφοριακή ρουτίνα της καθημερινότητας, ίσως ο πιο ύπουλος παράγοντας στα αστικά τροχαία. Οι περισσότερες αστικές μετακινήσεις γίνονται σε γνωστές διαδρομές, εκεί όπου ο αναβάτης αισθάνεται άνετα, χαλαρώνει και θεωρεί ότι ελέγχει το οδικό περιβάλλον. Ακριβώς εκεί, λίγα λεπτά πριν τον προορισμό, όταν η προσοχή μειώνεται επειδή όλα μοιάζουν οικεία, συμβαίνουν τα περισσότερα ατυχήματα.

Η χαμηλότερη ταχύτητα μπορεί πράγματι να αυξήσει τα περιθώρια αντίδρασης και να περιορίσει τη σοβαρότητα των συνεπειών. Στην πόλη, όμως, δεν αρκεί από μόνη της για να αποτρέψει το ατύχημα. Τα περισσότερα περιστατικά με μοτοσυκλέτες προκύπτουν από αιφνιδιασμό, περιορισμένη ορατότητα και λανθασμένες εκτιμήσεις, μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το δίκυκλο ως δευτερεύον μέσο μετακίνησης.
Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, όπου η μοτοσυκλέτα αποτελεί σταθερό κομμάτι της καθημερινής μετακίνησης, το βάρος δεν πέφτει μόνο στην ταχύτητα, αλλά και στην εκπαίδευση όλων των οδηγών να «διαβάζουν» σωστά την παρουσία του δικύκλου στον δρόμο. Εκεί όπου ο δικυκλιστής αντιμετωπίζεται ως ισότιμος χρήστης της κυκλοφορίας, τα ατυχήματα μειώνονται όχι επειδή όλοι κινούνται πιο αργά, αλλά επειδή οι περισσότεροι προβλέπουν καλύτερα.
Η εικόνα αυτή δείχνει και τον δρόμο που απομένει να διανυθεί. Η σύγχρονη αστική κυκλοφορία δεν μπορεί πλέον να βασίζεται ούτε στην τύχη ούτε στην καλή πρόθεση. Οφείλει να στηριχθεί σε καλύτερη κατανόηση της τεχνολογίας και από τις δύο πλευρές του δρόμου. Οι οδηγοί αυτοκινήτων καλούνται να προσαρμοστούν σε δίκυκλα που επιταχύνουν και κινούνται διαφορετικά απ’ ό,τι στο παρελθόν. Οι αναβάτες, αντίστοιχα, καλούνται να αντιλαμβάνονται ότι η ταχύτατη απόκριση των σύγχρονων οχημάτων τους δεν είναι πάντα εύκολα προβλέψιμη από τους υπόλοιπους χρήστες της κυκλοφορίας.
Η τεχνολογία μπορεί να λειτουργήσει ως πλεονέκτημα ασφάλειας μόνο όταν συνοδεύεται από σωστή και επικαιροποιημένη ενημέρωση, ασφαλείς δρόμους και κοινή γλώσσα αντίληψης στην κυκλοφορία. Όσο αυτοκίνητα και δίκυκλα συνεχίζουν να κινούνται στο ίδιο περιβάλλον με διαφορετικές προσδοκίες και λανθασμένες εκτιμήσεις, τα ατυχήματα δεν θα αποτελούν εξαίρεση, αλλά μέρος της καθημερινότητας.



