
Περίπου 110 εκατ. ευρώ σε πρόστιμα του ΚΟΚ βεβαιώνονται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, ωστόσο ένα σημαντικό μέρος αυτών δεν εισπράττεται, καθώς η εισπραξιμότητα παραμένει χαμηλή και εκτιμάται περίπου στο 40%, κυρίως λόγω καθυστερήσεων και δυσλειτουργιών στη διαδικασία.

Με τις αλλαγές που προωθούνται, ιδιαίτερα μέσω της ψηφιοποίησης των παραβάσεων και της λειτουργίας του συστήματος ΟΔΥΣΕΑΣ, επιχειρείται να μπει τάξη τόσο στη βεβαίωση όσο και στην είσπραξη των προστίμων, αλλά και να καθοριστεί με μεγαλύτερη σαφήνεια η κατανομή των εσόδων.
Τα χρήματα από τις κλήσεις δεν καταλήγουν σε έναν μόνο φορέα. Ένα ποσοστό περίπου 25% αποδίδεται στους δήμους, με το ποσοστό αυτό να μπορεί να αυξηθεί ακόμη και έως 75% στις περιπτώσεις όπου οι ίδιοι έχουν συμβάλει ενεργά, όπως με την εγκατάσταση και λειτουργία καμερών καταγραφής παραβάσεων. Παράλληλα, ένα μέρος κατευθύνεται στο ίδιο το σύστημα διαχείρισης των παραβάσεων, με περίπου 15% να αφορά τη λειτουργία του ΟΔΥΣΕΑΣ, ενώ επιπλέον ποσοστά διατίθενται για τη διαδικασία είσπραξης και άλλες λειτουργικές ανάγκες, όπως 5% για την ΑΑΔΕ και 4% συνολικά για τα ασφαλιστικά ταμεία των αστυνομικών.
Το μεγαλύτερο υπόλοιπο ποσό κατευθύνεται σε ειδικό αποθεματικό που αφορά έργα υποδομών και δράσεις που σχετίζονται με την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας, όπως βελτιώσεις στο οδικό δίκτυο και παρεμβάσεις για τη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων.
Στο νέο πλαίσιο, οι κλήσεις εκδίδονται και διακινούνται ψηφιακά, συνοδευόμενες από κωδικό πληρωμής, ώστε να διευκολύνεται η άμεση εξόφλησή τους. Σε περίπτωση μη πληρωμής, τα πρόστιμα μεταφέρονται στην ΑΑΔΕ ως οφειλές μετά από ένα χρονικό διάστημα, ενισχύοντας την πίεση για είσπραξη.
Η συνολική παρέμβαση στοχεύει αφενός στην αύξηση των πραγματικών εσόδων από τις παραβάσεις και αφετέρου στη διασφάλιση ότι τα χρήματα που καταβάλλονται επιστρέφουν σε δράσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια στους δρόμους, περιορίζοντας ταυτόχρονα τα φαινόμενα καθυστερήσεων και απώλειας εσόδων.



