Ευρώπη: Οι ποδηλάτες πληρώνουν βαρύ τίμημα στους δρόμους

Ένα ανησυχητικό συμπέρασμα αναδεικνύει η νέα έκθεση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφάλειας Μεταφορών. Παρά τη συνολική βελτίωση της οδικής ασφάλειας στην Ευρώπη, οι ποδηλάτες δεν ακολουθούν την ίδια πορεία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα διευρυνόμενο χάσμα ασφάλειας σε σχέση με τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου.

Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2024 καταγράφηκαν 1.926 θάνατοι ποδηλατών στους δρόμους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σε βάθος δεκαετίας (2014–2024) η μείωση των θανάτων ήταν μόλις 8% συνολικά, δηλαδή περίπου 0,5% ετησίως. Την ίδια περίοδο, οι θάνατοι επιβατών αυτοκινήτων μειώθηκαν με ρυθμό περίπου τέσσερις φορές ταχύτερο, γεγονός που καταδεικνύει ότι η πρόοδος στην οδική ασφάλεια δεν κατανέμεται ισότιμα μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών χρηστών.

Η εικόνα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η ποδηλασία προωθείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο ως βασικό μέσο βιώσιμης κινητικότητας. Ωστόσο, η στασιμότητα στη μείωση των θανάτων δείχνει ότι η αύξηση της χρήσης του ποδηλάτου δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη ενίσχυση των συνθηκών ασφάλειας.

Ένα από τα βασικά ευρήματα της έκθεσης είναι ότι σημαντικό ποσοστό θανατηφόρων περιστατικών δεν σχετίζεται απαραίτητα με σύγκρουση με άλλο όχημα. Περίπου 28% των θανάτων ποδηλατών προκύπτουν χωρίς εμπλοκή άλλου χρήστη του δρόμου, όπως σε περιπτώσεις πτώσεων ή πρόσκρουσης σε σταθερά εμπόδια. Αυτό αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του προβλήματος, καθώς η ασφάλεια των ποδηλατών δεν εξαρτάται μόνο από τη συμπεριφορά των οδηγών, αλλά και από την ποιότητα των υποδομών.

Κομβικό ζήτημα που αναδεικνύεται είναι η ταχύτητα των οχημάτων. Σύμφωνα με την έκθεση, η πιθανότητα θανάτου ενός ποδηλάτη σε σύγκρουση αυξάνεται δραματικά όσο αυξάνεται η ταχύτητα του οχήματος, με τις συγκρούσεις στα 50 χλμ./ώρα να είναι πολλαπλάσια πιο θανατηφόρες σε σχέση με τα 30 χλμ./ώρα. Για τον λόγο αυτό, προτείνεται η συστηματική μείωση των ορίων ταχύτητας, ιδιαίτερα σε αστικές περιοχές.

Παράλληλα, η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις υποδομές. Η απουσία επαρκώς διαχωρισμένων ποδηλατικών λωρίδων θεωρείται βασικός παράγοντας κινδύνου, με τους ειδικούς να επισημαίνουν ότι η φυσική διαχωρισμένη κίνηση ποδηλάτων και οχημάτων αποτελεί την πιο αποτελεσματική λύση για τη μείωση των ατυχημάτων. Σε περιπτώσεις όπου αυτό δεν είναι εφικτό, η επιβολή χαμηλότερων ταχυτήτων χαρακτηρίζεται ως αναγκαία εναλλακτική.

Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφο σε όλη την Ευρώπη. Υπάρχουν χώρες που έχουν καταφέρει να μειώσουν σημαντικά τους τραυματισμούς και τα ατυχήματα ποδηλατών, γεγονός που δείχνει ότι οι πολιτικές επιλογές μπορούν να έχουν άμεσο αντίκτυπο. Παρά τις επιμέρους επιτυχίες, η συνολική εικόνα σε ευρωπαϊκό επίπεδο παραμένει στάσιμη, γεγονός που εντείνει την ανάγκη για συντονισμένη δράση.

Η έκθεση καταλήγει σε σαφή προειδοποίηση: αν δεν υπάρξει άμεση προσαρμογή των πολιτικών, η Ευρώπη κινδυνεύει να συνεχίσει να προωθεί την ποδηλασία χωρίς να διασφαλίζει επαρκώς την ασφάλεια των χρηστών της. Η αντίφαση μεταξύ βιώσιμης κινητικότητας και πραγματικών συνθηκών ασφάλειας αποτελεί πλέον ένα από τα βασικά ζητήματα στη χάραξη πολιτικής.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι προτάσεις επικεντρώνονται σε τρεις άξονες: μείωση ταχυτήτων, επενδύσεις σε ασφαλείς υποδομές και καλύτερη διαχείριση του αστικού χώρου. Χωρίς αυτές τις παρεμβάσεις, το «χάσμα ασφάλειας» που καταγράφεται σήμερα αναμένεται όχι μόνο να παραμείνει, αλλά και να διευρυνθεί, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την ίδια τη βιωσιμότητα της ποδηλασίας ως ασφαλούς τρόπου μετακίνησης στην Ευρώπη.

Κύλιση στην κορυφή