ADAC: συστήματα αυτόματου φρεναρίσματος δεν αναγνώρισαν πεζούς με ανακλαστικά – Απέτυχαν και στη δοκιμή με παιδί

Μετά το φρενάρισμα χωρίς λόγο, το λεγόμενο «Braking Fantôme», τώρα έρχεται στο προσκήνιο και η δυσκολία αναγνώρισης πεζών με ανακλαστικά ρούχα. Δύο διαφορετικές αστοχίες, με κοινό παρονομαστή τα όρια των αυτόματων συστημάτων που παρουσιάστηκαν ως εγγυητές της οδικής ασφάλειας. Μας υποσχέθηκαν αυτοκίνητα που βλέπουν πριν από εμάς, αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο σε κλάσματα του δευτερολέπτου και φρενάρουν όταν ο οδηγός δεν προλάβει. Η αυτοκίνηση μπήκε στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και η ανθρώπινη αστοχία, σύμφωνα με το διαφημιστικό αφήγημα, θα είχε επιτέλους έναν δυνατό, σχεδόν ανίκητο ηλεκτρονικό αντίπαλο.

Μόνο που η έλευση της τεχνολογίας στους δρόμους δεν σήμανε και το τέλος των προβλημάτων της. Δοκιμές του γερμανικού οργανισμού ADAC έδειξαν ότι έξι σύγχρονα μοντέλα δυσκολεύτηκαν να αναγνωρίσουν εγκαίρως πεζούς που φορούσαν συγκεκριμένους τύπους ανακλαστικής ενδυμασίας. Ρούχα σχεδιασμένα για να κάνουν έναν άνθρωπο πιο ορατό μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να μπερδέψουν τα συστήματα που υποτίθεται ότι βρίσκονται εκεί για να τον προστατεύουν.

Στις δοκιμές συμμετείχαν έξι μοντέλα: η Mercedes-Benz CLA, το Tesla Model Y, το BYD Seal, το Hyundai Tucson, το Dacia Duster και το Opel Astra. Οι ερευνητές εξέτασαν τη λειτουργία των συστημάτων αυτόματης πέδησης έκτακτης ανάγκης (AEB) σε νυχτερινές συνθήκες, χρησιμοποιώντας ομοιώματα ενήλικα και παιδιού με διαφορετικούς τύπους ενδυμασίας. Για κάθε αυτοκίνητο και σενάριο προσδιορίστηκε πρώτα η ταχύτητα αναφοράς στην οποία μπορούσε να αποφευχθεί η σύγκρουση με πεζό χωρίς ανακλαστική ενδυμασία. Επομένως, τα αποτελέσματα των μοντέλων δεν είναι άμεσα συγκρίσιμα μεταξύ τους, καθώς δεν χρησιμοποιήθηκε ενιαία ταχύτητα αναφοράς για όλα.

Το πρώτο εύρημα ήταν ενθαρρυντικό, καθώς και τα έξι αυτοκίνητα αναγνώρισαν εγκαίρως τον ενήλικα που φορούσε ένα συνηθισμένο ανακλαστικό γιλέκο ασφαλείας και απέφυγαν τη σύγκρουση. Η εικόνα άλλαξε όταν χρησιμοποιήθηκαν τυποποιημένα ανακλαστικά ρούχα εργασίας, όπως αυτά που φορούν εργαζόμενοι σε οδικά έργα, αστυνομικοί και πληρώματα έκτακτης ανάγκης. Σχεδόν όλα τα συστήματα δεν αναγνώρισαν εγκαίρως τον πεζό ή αντέδρασαν τόσο αργά ώστε να μην αποτρέψουν την πρόσκρουση.

Ακόμη πιο ανησυχητικά ήταν τα αποτελέσματα με το ομοίωμα παιδιού. Τα αυτοκίνητα αναγνώρισαν το παιδί όταν φορούσε σκούρα ρούχα. Όταν, όμως, το ίδιο ομοίωμα φορούσε ανακλαστική ενδυμασία και σχολική τσάντα, σχεδόν όλα τα συστήματα απέτυχαν να αντιδράσουν αποτελεσματικά. Σε σενάριο όπου το παιδί εμφανιζόταν στο οδόστρωμα πίσω από σταθμευμένο αυτοκίνητο, μόνο η Mercedes-Benz CLA κατάφερε να αναγνωρίσει εγκαίρως τον κίνδυνο και να αποτρέψει τη σύγκρουση.

Παρόμοιες επισημάνσεις έχουν δημοσιευτεί και στον ευρωπαϊκό ειδικό Τύπο, αναδεικνύοντας τις πιθανές αδυναμίες των συστημάτων αυτόματου φρεναρίσματος σε συνθήκες που μπορεί να συναντηθούν στην καθημερινή κυκλοφορία. Μία από τις πιθανές εξηγήσεις αφορά τη θέση των ανακλαστικών στοιχείων. Ανακλαστικές λωρίδες χαμηλά στα πόδια ή στο κάτω μέρος μιας σχολικής τσάντας ενδέχεται να δυσκολεύουν την αναγνώριση του πεζού από το λογισμικό. Η εκτίμηση αυτή δεν έχει αποδειχθεί ως ενιαίος μηχανισμός για όλα τα μοντέλα, δίνει όμως μια πιο συγκεκριμένη διάσταση στην αδυναμία που καταγράφηκε στις δοκιμές.

Ο ADAC εκτιμά ότι το πρόβλημα σχετίζεται κυρίως με την ταξινόμηση και αναγνώριση των χρηστών του δρόμου από το λογισμικό και όχι απαραίτητα με την ίδια τη λειτουργία των αισθητήρων. Με άλλα λόγια, το αυτοκίνητο μπορεί να λαμβάνει δεδομένα από το περιβάλλον, αλλά το λογισμικό να μην αναγνωρίζει σωστά αυτό που έχει μπροστά του. Η ακριβής αιτία, ωστόσο, δεν έχει αποδειχθεί για κάθε μοντέλο ξεχωριστά. Οι δοκιμές καταγράφουν την αποτυχία αντίδρασης, όχι έναν ενιαίο μηχανισμό που εξηγεί όλες τις περιπτώσεις.

Η συγκεκριμένη δοκιμή δεν είναι η πρώτη που αναδεικνύει τα όρια των συστημάτων αυτόματου φρεναρίσματος. Σε προηγούμενους ελέγχους, την άνοιξη του 2026, ο ADAC είχε εξετάσει την απόδοσή τους σε συνθήκες πυκνής ομίχλης και έντονης βροχής, καταγράφοντας επίσης περιπτώσεις στις οποίες δεν αναγνώρισαν εγκαίρως πεζούς. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά το ζήτημα παραμένει κοινό, δηλαδή, η τεχνολογία που καλείται να αντιδράσει σε κλάσματα του δευτερολέπτου δεν αποδίδει το ίδιο σε κάθε περιβάλλον.

Πίσω από τις ανεπαρκείς τεχνικές προδιαγραφές και τις ελλιπείς διαδικασίες πιστοποίησης βρίσκεται ένα ζήτημα που ξεπερνά τα όρια της τεχνολογίας και αγγίζει την ίδια την αξία της ανθρώπινης ζωής. Τα συστήματα αυτόματου φρεναρίσματος ελέγχονται βάσει συγκεκριμένων πρωτοκόλλων, όπως εκείνα του Euro NCAP, όμως η αναγνώριση πεζών με ανακλαστική ενδυμασία δεν αποτελεί ξεχωριστό υποχρεωτικό σενάριο αξιολόγησης. Η ευρωπαϊκή νομοθεσία GSR2 προβλέπει απαιτήσεις για την ανίχνευση πεζών και ποδηλατών, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πιθανή συνθήκη έχει ελεγχθεί υποχρεωτικά πριν από την κυκλοφορία ενός αυτοκινήτου. Έτσι, ένα σύστημα μπορεί να ανταποκρίνεται στις προβλεπόμενες δοκιμές, αλλά να αποτυγχάνει σε μια πραγματική περίπτωση που δεν περιλαμβάνεται σε αυτές.

Ο ADAC ζητά από τους κατασκευαστές να προχωρήσουν σε βελτιώσεις. Εφόσον επιβεβαιωθεί ότι οι αδυναμίες οφείλονται κυρίως στο λογισμικό, σε ορισμένα μοντέλα ενδέχεται να αντιμετωπιστούν με ενημερώσεις. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο για κάθε αυτοκίνητο χωρίς τεχνική αξιολόγηση. Στην οδική ασφάλεια, η βελτίωση της τεχνολογίας δεν μπορεί να βασίζεται στην παραδοχή ότι οι αδυναμίες θα εντοπιστούν κάποια στιγμή, αφού τα αυτοκίνητα έχουν ήδη βγει στους δρόμους.

Οι οδηγοί δεν αγοράζουν ένα πειραματικό εργαστήριο με τιμόνι και τέσσερις τροχούς. Επιλέγουν ένα αυτοκίνητο που θα κυκλοφορεί δίπλα σε παιδιά, πεζούς και εργαζομένους, ανθρώπους που δεν γίνεται να γνωρίζουν τα όρια του λογισμικού του ούτε να προσαρμόζουν την εμφάνισή τους στις αδυναμίες του. Η ευθύνη για τον εντοπισμό και τη διόρθωση τέτοιων αδυναμιών ανήκει στους κατασκευαστές και στους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όχι στους ανθρώπους που κινδυνεύουν να βρεθούν μπροστά τους.

Κύλιση στην κορυφή