
Η Ευρώπη σχεδίασε τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση και την παρουσίαζε ως τη μεγάλη, αναπόφευκτη αλλαγή στην ιστορία της αυτοκίνησης. Έθεσε αυστηρούς στόχους για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, έδωσε στις εταιρείες συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και ζήτησε από την αγορά να προσαρμοστεί. Τώρα, όμως, οι ίδιοι οι κανόνες μπαίνουν ξανά στο τραπέζι, με αλλαγές που πριν από λίγο καιρό δύσκολα θα περίμενε κανείς. Η αναθεώρηση που προωθείται αφορά τους κανόνες για τις πωλήσεις νέων αυτοκινήτων από το 2035 και δεν επηρεάζει την κυκλοφορία των ήδη υπαρχόντων βενζινοκίνητων και πετρελαιοκίνητων οχημάτων. Η Ευρώπη βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο δίλημμα: πώς θα προχωρήσει η πράσινη μετάβαση χωρίς να υπονομευτεί η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας της και χωρίς το κόστος να μεταφέρεται διαρκώς στους πολίτες;

Δεν χρειάζεται να είναι κανείς καχύποπτος για να καταλάβει ότι η αλλαγή στάσης της Ευρώπης δεν ήρθε τυχαία. Οι μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες πιέζουν για περισσότερο χρόνο και μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, επικαλούμενες το κόστος της μετάβασης, τις θέσεις εργασίας, την αβεβαιότητα στη ζήτηση και τον ανταγωνισμό από την Ασία. Η Γαλλία και η Γερμανία, δύο χώρες με ισχυρή αυτοκινητοβιομηχανική παράδοση, έχουν επίσης ταχθεί υπέρ μεγαλύτερης ευελιξίας. Οι ευρωπαϊκοί κατασκευαστές βρίσκονται αντιμέτωποι με σοβαρές οικονομικές πιέσεις, ενώ ο ανταγωνισμός από την Ασία εντείνεται. Την ίδια ώρα, παλεύουν να μη βρεθούν εκτός παιχνιδιού και καταλήξουν ιστορική ανάμνηση, με το λογότυπό τους σχεδιασμένο σε κάποια εγκυκλοπαίδεια αυτοκινήτου, δίπλα στην περιγραφή μιας άλλοτε κραταιάς αυτοκρατορίας.
Κανείς δεν περίμενε ότι η Κίνα και άλλες ασιατικές χώρες θα κατάφερναν μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να συνδυάσουν τεχνολογική εξέλιξη, ποιότητα και ανταγωνιστικές τιμές, ανατρέποντας τις ισορροπίες στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία. Οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες βρέθηκαν αντιμέτωπες με έναν ανταγωνισμό που υποτίμησαν, ποντάροντας σε μεγάλο βαθμό στην ισχύ του ονόματος «Made in Europe» και στην αντίληψη ότι ο Ευρωπαίος καταναλωτής θα εξακολουθούσε να πληρώνει ακριβότερα για ένα ευρωπαϊκό προϊόν. Όμως, η πραγματικότητα αποδεικνύεται σκληρή. Η τεχνολογία εξελίσσεται, οι τιμές γίνονται πιο προσιτές και η ευρωπαϊκή προέλευση από μόνη της δεν αρκεί για να διασφαλίσει την υπεροχή.
Το ερώτημα είναι ποιος πληρώνει κάθε φορά το τίμημα μιας λανθασμένης εκτίμησης και ποιος έχει την πολιτική δύναμη να αλλάζει τους όρους του παιχνιδιού. Το πρόβλημα βρίσκεται στα δύο άκρα. Η απόλυτη προσήλωση σε έναν στόχο, χωρίς να υπολογίζονται οι πραγματικές δυνατότητες της αγοράς, έχει ήδη πλήξει την ευρωπαϊκή παραγωγή και τους εργαζομένους της.
Οι τιμές των ηλεκτρικών αυτοκινήτων, η πρόσβαση σε υποδομές φόρτισης, η δυνατότητα φόρτισης στο σπίτι και η πραγματική χρήση του οχήματος καθορίζουν αν η μετάβαση είναι εφικτή για κάθε νοικοκυριό. Δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να αγοράσουν καινούργιο αυτοκίνητο ούτε διαθέτουν όλοι ιδιωτικό χώρο στάθμευσης με φορτιστή. Η πολιτική δεν μπορεί να αγνοεί ότι κάθε οδηγός έχει διαφορετικές οικονομικές δυνατότητες και διαφορετικές ανάγκες μετακίνησης. Αν η ηλεκτροκίνηση πρόκειται να αποτελέσει βιώσιμη επιλογή για την πλειονότητα, χρειάζονται προσιτά οχήματα, επαρκείς υποδομές και σταθεροί κανόνες που δεν αλλάζουν κάθε φορά που αλλάζουν οι πολιτικοί συσχετισμοί.
Κατά την άποψή μου, οι κινητήρες εσωτερικής καύσης δεν πρέπει ούτε να εξαφανιστούν με πολιτικές αποφάσεις ούτε να διατηρηθούν τεχνητά εις βάρος νέων τεχνολογιών. Πρέπει να μπορούν να ανταγωνιστούν με τους ίδιους κανόνες αξιολόγησης, με κριτήρια το κόστος, την τεχνολογική εξέλιξη και το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η μετάβαση δεν έχει νόημα να μετατραπεί σε μάχη επιβολής μιας τεχνολογίας απέναντι σε όλες τις υπόλοιπες.
Η παραγωγή μπαταριών, η εξόρυξη πρώτων υλών και η προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας αποτελούν ουσιαστικά ζητήματα. Η συνολική περιβαλλοντική αξιολόγηση απαιτεί να εξετάζεται ολόκληρος ο κύκλος ζωής κάθε τεχνολογίας και όχι να επιλέγονται μεμονωμένα στοιχεία που βολεύουν τη μία ή την άλλη πλευρά. Η συζήτηση για υβριδικά συστήματα, συνθετικά καύσιμα και άλλες τεχνολογικές λύσεις έχει θέση, αρκεί να στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και να μην καταλήγει σε πρόσχημα για την αναβολή κάθε δύσκολης απόφασης.
Άραγε η Ευρώπη έχει το δικαίωμα να επανεξετάζει τις αποφάσεις της; Φυσικά και έχει. Όταν, όμως, έχουν δαπανηθεί εκατομμύρια σε μελέτες, συμβούλους και επιτροπές για να χαραχθεί μια τόσο μεγάλη αλλαγή, οι πολίτες δικαιούνται κάτι περισσότερο από μια εκ των υστέρων παραδοχή ότι οι αρχικές εκτιμήσεις ίσως δεν ήταν τόσο ρεαλιστικές όσο παρουσιάζονταν. Όσοι εμπιστεύτηκαν την ευρωπαϊκή κατεύθυνση και επένδυσαν σε ηλεκτρικό αυτοκίνητο, υπολογίζοντας ότι οι κανόνες και τα κίνητρα θα είχαν μια συνέχεια, δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως παράπλευρες απώλειες μιας πολιτικής που αλλάζει πορεία υπό την πίεση της αγοράς.
Η εμπιστοσύνη δεν είναι ανεξάντλητο κεφάλαιο ούτε μπορεί να χρησιμοποιείται κατά το δοκούν. Όταν η ίδια η Ευρώπη ζητά από τους πολίτες να αλλάξουν συνήθειες, να διαθέσουν περισσότερα χρήματα και να στηρίξουν μια νέα τεχνολογία, οφείλει να αναλαμβάνει και την ευθύνη των επιλογών της. Διαφορετικά, η ευελιξία για τους ισχυρούς μετατρέπεται σε αβεβαιότητα για όλους τους υπόλοιπους, ενώ το κόστος μιας λανθασμένης πρόβλεψης καταλήγει για ακόμη μία φορά στον απλό πολίτη.



