
Αν αγοράσατε καινούργιο αυτοκίνητο μέσα στα τελευταία δύο χρόνια, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να διαθέτει ήδη ένα σύστημα που οι περισσότεροι αποκαλούν «μαύρο κουτί». Στην πράξη, οι περισσότεροι οδηγοί δεν θα αντιληφθούν ποτέ την ύπαρξή του στην καθημερινή οδήγηση. Αν όμως συμβεί ένα σοβαρό τροχαίο, το συγκεκριμένο σύστημα ίσως αποδειχθεί ο σημαντικότερος «μάρτυρας» για όσα συνέβησαν τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν από τη σύγκρουση.

Παρότι ο όρος παραπέμπει αυτόματα στην αεροπορία, το λεγόμενο «μαύρο κουτί» των αυτοκινήτων, ή πιο σωστά Event Data Recorder (EDR), δεν έχει καμία σχέση με τα γνωστά μαύρα κουτιά των αεροσκαφών που καταγράφουν συνομιλίες και ολόκληρες πτήσεις. Ο ρόλος του είναι πολύ πιο συγκεκριμένος, καθώς αποθηκεύει ορισμένα τεχνικά δεδομένα τη στιγμή ενός συμβάντος, επιτρέποντας στους ειδικούς να ανασυνθέσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις συνθήκες της σύγκρουσης.
Η ύπαρξή του πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από τους περισσότερους οδηγούς. Ωστόσο, από τις 7 Ιουλίου 2024, όλα τα νέα επιβατικά αυτοκίνητα και τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα που ταξινομούνται για πρώτη φορά στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχρεούνται να διαθέτουν EDR, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Κανονισμού Γενικής Ασφάλειας (General Safety Regulation). Με απλά λόγια, αν αγοράσατε καινούργιο επιβατικό αυτοκίνητο από επίσημη αντιπροσωπεία μετά τις 7 Ιουλίου 2024, είναι σχεδόν βέβαιο ότι διαθέτει ήδη EDR.
Εδώ αξίζει μια μικρή διευκρίνιση. Η υποχρέωση αφορά τις κατηγορίες Μ1 και Ν1. Η πρώτη περιλαμβάνει τα επιβατικά αυτοκίνητα, δηλαδή όλα τα Ι.Χ. που προορίζονται για τη μεταφορά έως οκτώ επιβατών, πέραν του οδηγού. Η δεύτερη αφορά τα ελαφρά επαγγελματικά οχήματα μικτού βάρους έως 3,5 τόνους, όπως τα περισσότερα van και οχήματα διανομών που κυκλοφορούν καθημερινά στους δρόμους.
Στα περισσότερα σύγχρονα οχήματα το EDR δεν αποτελεί ξεχωριστή συσκευή. Πρόκειται για μια λειτουργία που είναι ενσωματωμένη στη μονάδα ελέγχου των αερόσακων (Airbag ECU) ή σε άλλη κεντρική ηλεκτρονική μονάδα του οχήματος και ενεργοποιείται μόνο όταν συγκεντρωθούν οι προϋποθέσεις που χαρακτηρίζουν ένα σοβαρό συμβάν, όπως μια σύγκρουση.

Είναι απολύτως λογικό κάποιος να αναρωτηθεί αν πρόκειται για ακόμη ένα ηλεκτρονικό σύστημα που προστέθηκε στο αυτοκίνητο για να παρακολουθεί τους οδηγούς ή να συλλέγει δεδομένα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για άλλους σκοπούς. Ζούμε άλλωστε σε μια εποχή όπου κάθε ψηφιακή συσκευή αφήνει πίσω της ψηφιακά αποτυπώματα, τα οποία συχνά αξιοποιούνται για εμπορικούς σκοπούς ή αποτελούν αντικείμενο έντονης συζήτησης γύρω από την προστασία της ιδιωτικότητας.
Το σύστημα δεν αποθηκεύει ολόκληρη τη διαδρομή του οχήματος, ούτε δημιουργεί ένα μόνιμο αρχείο της καθημερινής οδήγησης. Συλλέγει συνεχώς πληροφορίες από διάφορους αισθητήρες του αυτοκινήτου, που αυτές ανανεώνονται διαρκώς και δεν αποθηκεύονται μόνιμα.
Μόνο όταν συμβεί μια σύγκρουση ή ένα περιστατικό που ενεργοποιεί τα συστήματα παθητικής ασφάλειας, όπως οι αερόσακοι ή οι προεντατήρες των ζωνών, το EDR «κλειδώνει» συγκεκριμένα δεδομένα από τα τελευταία δευτερόλεπτα πριν και αμέσως μετά το συμβάν. Με αυτόν τον τρόπο οι πληροφορίες παραμένουν διαθέσιμες για τεχνική ανάλυση, χωρίς να καταγράφεται η καθημερινή χρήση του οχήματος.
Η εύλογη απορία είναι τι ακριβώς αποθηκεύει το EDR τη στιγμή ενός ατυχήματος. Η απάντηση είναι ότι δεν καταγράφει τα πάντα, αλλά μόνο συγκεκριμένα τεχνικά στοιχεία που μπορούν να βοηθήσουν στην ανακατασκευή των συνθηκών μιας σύγκρουσης.
Ένα από τα σημαντικότερα δεδομένα είναι η ταχύτητα του οχήματος λίγο πριν από το συμβάν. Το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν αρκεί για να εξηγήσει ένα τροχαίο, μπορεί όμως να δείξει αν το όχημα επιβράδυνε πριν από τη σύγκρουση ή αν διατηρούσε σταθερή την ταχύτητά του μέχρι τη στιγμή της πρόσκρουσης.
Εξίσου σημαντική είναι η καταγραφή της χρήσης του συστήματος πέδησης (φρένο). Με απλά λόγια, μπορεί να φανεί αν ο οδηγός πάτησε φρένο πριν από τη σύγκρουση ή αν δεν υπήρξε καμία προσπάθεια επιβράδυνσης. Αντίστοιχα, καταγράφεται και η θέση του πεντάλ επιτάχυνσης, δηλαδή αν ο οδηγός είχε το πόδι στο γκάζι, αν το είχε αφήσει ή αν επιτάχυνε λίγο πριν από το συμβάν.
Το EDR αποθηκεύει επίσης πληροφορίες για τη χρήση της ζώνης ασφαλείας, ένα στοιχείο που μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντικό κατά τη διερεύνηση ενός σοβαρού τροχαίου. Δεν είναι τυχαίο ότι όλα τα σύγχρονα συστήματα παθητικής ασφάλειας έχουν σχεδιαστεί με δεδομένο ότι οι επιβάτες φορούν ζώνη. Η λειτουργία των αερόσακων, των προεντατήρων και των περιοριστών φορτίου βασίζεται σε αυτήν ακριβώς τη λογική.
Στα δεδομένα που αποθηκεύονται περιλαμβάνονται ακόμη πληροφορίες για την ενεργοποίηση των αερόσακων και άλλων συστημάτων παθητικής ασφάλειας, καθώς και ο ακριβής χρονισμός με τον οποίο ενεργοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Τα στοιχεία αυτά βοηθούν τους ειδικούς να ανασυνθέσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την αλληλουχία των γεγονότων και να κατανοήσουν πώς εξελίχθηκε το ατύχημα μέσα σε ελάχιστα χιλιοστά του δευτερολέπτου.
Το σημαντικό είναι ότι κανένα από αυτά τα δεδομένα δεν εξετάζεται μεμονωμένα. Η πραγματική τους αξία προκύπτει όταν συνδυάζονται με τα ίχνη στο οδόστρωμα, τις ζημιές των οχημάτων, τις καταθέσεις των εμπλεκομένων και όλα τα υπόλοιπα ευρήματα μιας πραγματογνωμοσύνης. Το EDR δεν «λέει» από μόνο του ποιος φταίει. Προσφέρει όμως στους ειδικούς ένα ακόμη τεχνικό εργαλείο για να προσεγγίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια το τι πραγματικά συνέβη.

Το EDR δεν καταγράφει συνομιλίες μέσα στην καμπίνα του αυτοκινήτου. Δεν διαθέτει μικρόφωνο, ούτε αποθηκεύει τον ήχο από όσα λέγονται μεταξύ οδηγού και επιβατών. Εξίσου λανθασμένη είναι η εντύπωση ότι λειτουργεί σαν κάμερα ασφαλείας. Δεν καταγράφει εικόνα ή βίντεο, ούτε μπορεί να δείξει τι συνέβαινε μέσα ή έξω από το όχημα πριν από τη σύγκρουση. Δεν έχει σχεδιαστεί για να αποθηκεύει δεδομένα γεωγραφικής θέσης ούτε να καταγράφει το ιστορικό των διαδρομών του οχήματος.
Παρά τη χρησιμότητά του, το EDR δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα τα ερωτήματα που προκύπτουν ύστερα από ένα τροχαίο ατύχημα. Δεν γνωρίζει αν ο οδηγός αποσπάστηκε από το κινητό του τηλέφωνο, δεν μπορεί να καταγράψει αν ένας πεζός εμφανίστηκε ξαφνικά στο οδόστρωμα, ούτε να δείξει αν η ορατότητα ήταν περιορισμένη λόγω καιρικών συνθηκών ή ανεπαρκούς φωτισμού. Γι’ αυτό και τα δεδομένα του δεν εξετάζονται ποτέ μεμονωμένα. Αποτελούν ένα ακόμη εργαλείο στα χέρια των ειδικών, το οποίο αξιολογείται μαζί με τα ίχνη πέδησης, τις ζημιές των οχημάτων, τις καταθέσεις των εμπλεκομένων και όλα τα υπόλοιπα ευρήματα μιας πραγματογνωμοσύνης.
Αν και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μέχρι σήμερα δημόσια γνωστές υποθέσεις όπου δεδομένα από EDR αποτέλεσαν το βασικό αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστική διαδικασία, σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες η αξιοποίησή τους στη διερεύνηση σοβαρών τροχαίων αποτελεί ήδη πραγματικότητα. Τα στοιχεία που αποθηκεύονται μπορούν να βοηθήσουν τους ειδικούς να ανασυνθέσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τις συνθήκες μιας σύγκρουσης και, όπου απαιτείται, να αποτελέσουν μέρος του τεχνικού υλικού που θα αξιολογηθεί κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης.

Αρκεί να φανταστεί κανείς ένα πραγματικό σενάριο. Δύο οδηγοί συγκρούονται σε μια διασταύρωση. Ο ένας υποστηρίζει ότι είχε ήδη φρενάρει και κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα. Ο άλλος επιμένει ότι δεν υπήρξε καμία προσπάθεια επιβράδυνσης. Αν το όχημα διαθέτει EDR και τα δεδομένα μπορούν να ανακτηθούν, οι ειδικοί ενδέχεται να διαπιστώσουν την ταχύτητα λίγο πριν από τη σύγκρουση, αν πατήθηκε το φρένο, τη θέση του πεντάλ επιτάχυνσης και αν χρησιμοποιούνταν η ζώνη ασφαλείας. Τα στοιχεία αυτά δεν αποδίδουν από μόνα τους ευθύνες. Μπορούν όμως να συμπληρώσουν το παζλ μιας πραγματογνωμοσύνης με αντικειμενικά τεχνικά δεδομένα.
Το πιθανότερο είναι ότι οι περισσότεροι οδηγοί δεν θα χρειαστεί ποτέ να μάθουν αν το αυτοκίνητό τους διαθέτει EDR. Αν όμως κληθεί κάποτε να δώσει απαντήσεις για ένα σοβαρό τροχαίο, δύσκολα θα ενδιαφέρει κάποιον αν το αποκαλούμε «μαύρο κουτί» ή Event Data Recorder. Εκείνο που θα μετρά είναι αν τα δεδομένα του μπορούν να βοηθήσουν να αποκαλυφθεί τι πραγματικά συνέβη. Τα επόμενα χρόνια, όσο τα αυτοκίνητα γίνονται ολοένα πιο έξυπνα, θα μεγαλώνει και η σημασία των πληροφοριών που μπορούν να προσφέρουν μετά από μια σύγκρουση.
Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα δεν είναι η ύπαρξη του EDR. Είναι η ικανότητα των ελληνικών δημόσιων αρχών, των πραγματογνωμόνων και της Δικαιοσύνης να αξιοποιούν σωστά τις πληροφορίες που καταγράφει.



