
Σημαντικά ερωτήματα δημιουργεί ο νέος νόμος για τα συνεργεία οχημάτων και την προσαρμογή τους στην ηλεκτροκίνηση, καθώς βασικές διατάξεις του δεν ξεκαθαρίζουν πώς αντιμετωπίζονται συγκεκριμένες εργασίες σε ηλεκτρικά και υβριδικά φορτηγά και λεωφορεία. Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκονται τα συνεργεία ψηφιακών ταχογράφων, τα οποία καλούνται να εφαρμόσουν ένα πλαίσιο που, όπως καταγγέλλουν, αφήνει περιθώρια παρερμηνείας.

Ο νόμος εισάγει την έννοια του «οχήματος υψηλής τάσης» και προβλέπει ότι για την εξυπηρέτησή του απαιτείται ειδικά καταρτισμένο προσωπικό. Ωστόσο, δεν γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στο είδος του οχήματος και στο είδος της εργασίας που εκτελείται. Έτσι, ενώ ο ταχογράφος αποτελεί αυτοτελές σύστημα και η εργασία πάνω σε αυτόν δεν σχετίζεται με τον μηχανισμό κίνησης του οχήματος, δεν αποσαφηνίζεται αν η συγκεκριμένη δραστηριότητα υπάγεται ή όχι στις νέες αυστηρότερες προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με επαγγελματίες του κλάδου, η ασάφεια αυτή δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο για ελέγχους, πρόστιμα και αμφισβήτηση της νομιμότητας της εργασίας τους, χωρίς να έχει αλλάξει στην πράξη το αντικείμενο που εκτελούν εδώ και χρόνια. Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι διαφορετικές διατάξεις του νόμου φαίνεται να οδηγούν σε αντικρουόμενα συμπεράσματα ως προς το ποιο επίπεδο πιστοποίησης απαιτείται.
Επιπλέον, προβληματισμό προκαλεί και το ζήτημα της εκπαίδευσης, καθώς το νέο πλαίσιο αφήνει να εννοηθεί ότι η σχετική κατάρτιση θα παρέχεται μέσω συγκεκριμένων φορέων ή αντιπροσωπειών. Για μικρά και μεσαία συνεργεία, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος και περιορισμένη πρόσβαση, χωρίς να είναι απολύτως σαφές αν η εκπαίδευση αυτή είναι ουσιαστικά αναγκαία για το αντικείμενό τους.
Στην πράξη, ο νόμος δεν αλλάζει την τεχνική με την οποία εργάζονται οι τεχνίτες ταχογράφων, αλλάζει όμως τον τρόπο με τον οποίο το κράτος ενδέχεται να ερμηνεύσει αυτή την εργασία όταν αφορά ηλεκτρικά οχήματα.
Οι επαγγελματίες δεν ζητούν εξαίρεση, αλλά σαφείς και ρητές διευκρινίσεις, ώστε να γνωρίζουν με ακρίβεια τι επιτρέπεται και τι όχι. Μέχρι να συμβεί αυτό, η εφαρμογή του νέου νόμου κινδυνεύει να δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα επιχειρεί να λύσει, σε έναν κλάδο που ήδη καλείται να προσαρμοστεί σε ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές.



