Tesla FSD στην Ελλάδα: Μπορεί η ελληνική οδική πραγματικότητα να συμβαδίσει με το αύριο;

Την ώρα που η Ελλάδα εξακολουθεί να ψάχνει τα αυτονόητα στον δρόμο, από την οδηγική παιδεία και τη στοιχειώδη κουλτούρα συνύπαρξης μέχρι την εφαρμογή βασικών κανόνων κυκλοφορίας, ανοίγει μια συζήτηση που εύλογα προκαλεί προβληματισμό. Σε μια χώρα όπου η ποιότητα των υποδομών διαφέρει αισθητά από περιοχή σε περιοχή, οι αχνές ή σχεδόν ανύπαρκτες διαγραμμίσεις σε αρκετούς δρόμους θυμίζουν καμιά φορά τεστ σε οφθαλμίατρο και η καθημερινότητα πίσω από το τιμόνι μόνο προβλέψιμη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ελλάδα φέρεται να εξετάζει πιο γρήγορες διαδικασίες για την αξιολόγηση του Tesla Full Self-Driving (FSD).

Η συζήτηση άνοιξε μετά από αναφορά του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφάλειας Μεταφορών, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα και το Βέλγιο εμφανίζονται να εξετάζουν ταχύτερες διαδικασίες αξιολόγησης, την ώρα που χώρες όπως η Εσθονία και η Λιθουανία έχουν ήδη κινηθεί πιο γρήγορα προς αυτή την κατεύθυνση.

Η πρώτη αντίδραση πολλών ίσως είναι ενθουσιώδης. Νέα τεχνολογία, πιο “έξυπνα” συστήματα, λιγότερο ανθρώπινο λάθος, μεγαλύτερη ασφάλεια. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι αρκετά πιο σύνθετη και ίσως χρειάζεται μια πιο ψύχραιμη κουβέντα, χωρίς τεχνοφοβίες αλλά ούτε και άκριτο ενθουσιασμό.

Για να αποφύγουμε όμως μια συχνή παρανόηση, χρειάζεται να ξεκαθαριστεί κάτι σημαντικό. Παρά την ονομασία Full Self-Driving, το σύστημα της Tesla δεν θεωρείται σήμερα πλήρως αυτόνομη οδήγηση στην Ευρώπη. Στην πράξη πρόκειται για προηγμένο σύστημα υποβοήθησης, όπου ο οδηγός εξακολουθεί να έχει την πλήρη ευθύνη, να παρακολουθεί συνεχώς το περιβάλλον και να είναι έτοιμος να παρέμβει οποιαδήποτε στιγμή. Αυτό έχει σημασία, γιατί αρκετοί ειδικοί υποστηρίζουν ότι ακόμη και η ίδια η ονομασία μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερες προσδοκίες από όσες δικαιολογεί η συγκεκριμένη τεχνολογία. Όχι γιατί δεν πρόκειται για εντυπωσιακή τεχνολογία, αλλά επειδή ορισμένοι χρήστες ενδέχεται να της αποδώσουν μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας από αυτόν που πραγματικά διαθέτει, τουλάχιστον στη σημερινή του μορφή, θεωρώντας ότι μπορεί να διαχειριστεί μόνο του σύνθετες συνθήκες κυκλοφορίας

Ίσως, το πιο δύσκολο κομμάτι αυτού του συλλογισμού, αφορά τελικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει μια τέτοια τεχνολογία. Συστήματα όπως το FSD βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην προβλεψιμότητα, σε καθαρές λωρίδες κυκλοφορίας, ευδιάκριτη σήμανση, κανόνες και οδηγούς που κινούνται μέσα σε ένα σχετικά αναμενόμενο πλαίσιο συμπεριφοράς.

Εδώ ακριβώς προκύπτει ένας εύλογος προβληματισμός για την ελληνική πραγματικότητα, όχι απαραίτητα ως απόρριψη της τεχνολογίας, αλλά ως ερώτημα ετοιμότητας. Σε αρκετές περιοχές της χώρας, η ποιότητα των διαγραμμίσεων αλλάζει από δρόμο σε δρόμο, οι προσωρινές παρεμβάσεις δημιουργούν συχνά ένα δύσκολο περιβάλλον ανάγνωσης, η μικροκινητικότητα αναπτύσσεται χωρίς πάντα ξεκάθαρους κανόνες συνύπαρξης, ενώ η οδηγική συμπεριφορά παραμένει πολλές φορές απρόβλεπτη. Από το διπλοπαρκάρισμα μέχρι τις αυθαίρετες αλλαγές πορείας, το ελληνικό οδικό περιβάλλον δεν χαρακτηρίζεται πάντοτε από σταθερότητα.

Συστήματα όπως το FSD επιχειρούν να περιορίσουν ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της οδικής ασφάλειας, το ανθρώπινο λάθος. Μέσω καμερών υψηλής ανάλυσης, αλγορίθμων μηχανικής μάθησης και συνεχούς επεξεργασίας δεδομένων, επιχειρούν να “διαβάσουν” το περιβάλλον σε πραγματικό χρόνο, να αναγνωρίσουν κινδύνους, να προσαρμόσουν ταχύτητα, να κρατήσουν πορεία και να αντιδράσουν σε συνθήκες κυκλοφορίας.

Δεν είναι τυχαίο ότι χώρες όπως το Βέλγιο, η Εσθονία ή η Λιθουανία εμφανίζονται πιο δεκτικές ή κινούνται ήδη ταχύτερα στις σχετικές διαδικασίες. Παρά τις διαφορές τους, μοιράζονται συνήθως μια πιο συνεπή εικόνα σε επίπεδο σήμανσης, οδικής οργάνωσης και εφαρμογής κανόνων, στοιχεία που επιτρέπουν σε τέτοια συστήματα να λειτουργούν με μεγαλύτερη προβλεψιμότητα.

Στην Ελλάδα, η εξίσωση μοιάζει πιο απαιτητική. Όχι τόσο λόγω της ίδιας της τεχνολογίας, όσο εξαιτίας του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο καλείται να λειτουργήσει, ενός οδικού δικτύου με περισσότερες μεταβλητές από όσες συναντά κανείς συνήθως σε πιο οργανωμένες συνθήκες κυκλοφορίας. Ίσως, το πραγματικό πρόβλημα να μην είναι αν η ελληνική οδική πραγματικότητα μπορεί να συμβαδίσει με μια τεχνολογία του αύριο, αλλά ότι εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την οδική ασφάλεια σαν μια πολιτική που αλλάζει ταχύτητα και προτεραιότητες ανάλογα με τον υπουργό, την κυβέρνηση ή πολλές φορές ακόμη και την ίδια την επικαιρότητα.

Κύλιση στην κορυφή