
Η τεχνητή νοημοσύνη μπαίνει πλέον με ταχύτατους ρυθμούς τόσο μέσα στα αυτοκίνητα όσο και έξω από αυτά, δημιουργώντας ένα εντελώς νέο περιβάλλον για την οδήγηση στην Ευρώπη. Από τη μία πλευρά, οι αυτοκινητοβιομηχανίες ενσωματώνουν όλο και πιο προηγμένους AI assistants στα νέα μοντέλα, μετατρέποντας τα οχήματα σε μόνιμα συνδεδεμένες πλατφόρμες δεδομένων. Από την άλλη, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις επεκτείνουν συνεχώς τα δίκτυα «έξυπνων» καμερών, αυτόματων ραντάρ και συστημάτων επιτήρησης στους δρόμους.

Η Γαλλία βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο αυτής της μετάβασης. Οι τελευταίες αποφάσεις που επιτρέπουν σε δήμους και τοπικές αρχές να συμμετέχουν πιο ενεργά στην εγκατάσταση νέων συστημάτων ελέγχου έχουν ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση γύρω από τα όρια της ψηφιακής παρακολούθησης στους δρόμους. Για πολλούς πολίτες, το θέμα δεν είναι πλέον μόνο η οδική ασφάλεια, αλλά το κατά πόσο οι μετακινήσεις μετατρέπονται σταδιακά σε μια διαρκώς καταγεγραμμένη δραστηριότητα.
Δεν είναι τυχαίο ότι στην ίδια χώρα, οι βανδαλισμοί καμερών ταχύτητας έχουν εξελιχθεί εδώ και χρόνια σε πραγματικό κοινωνικό φαινόμενο. Κατά την περίοδο των κινητοποιήσεων των «Κίτρινων Γιλέκων», χιλιάδες κάμερες βγήκαν εκτός λειτουργίας, πυρπολήθηκαν ή καταστράφηκαν, καθώς πολλοί διαδηλωτές θεωρούσαν ότι οι αυτοματοποιημένοι έλεγχοι χρησιμοποιούνται περισσότερο ως εργαλείο οικονομικής πίεσης παρά ως μέσο προστασίας της ανθρώπινης ζωής.
Στη Βρετανία, τα τελευταία χρόνια, κάμερες ULEZ και συστήματα αυτόματης αναγνώρισης πινακίδων έχουν γίνει επανειλημμένα στόχος βανδαλισμών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις έχουν δημιουργηθεί ακόμη και διαδικτυακές ομάδες που καταγράφουν την τοποθεσία καμερών ή καλούν σε κινητοποιήσεις εναντίον τους. Το βασικό επιχείρημα όσων αντιδρούν είναι ότι οι πόλεις μετατρέπονται σταδιακά σε ζώνες συνεχούς επιτήρησης, όπου κάθε μετακίνηση μπορεί να καταγράφεται, να αναλύεται και να αποθηκεύεται.

Στη Γερμανία και σε αρκετές χώρες της βόρειας Ευρώπης, η δημόσια συζήτηση έχει στραφεί περισσότερο στην ιδιωτικότητα και στη διαχείριση των δεδομένων που συλλέγονται από τα ίδια τα οχήματα. Οι νέες γενιές αυτοκινήτων διαθέτουν δεκάδες αισθητήρες, κάμερες και online λειτουργίες που επιτρέπουν τη συνεχή επικοινωνία με servers κατασκευαστών και υπηρεσίες cloud. Η ενσωμάτωση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, όπως το Gemini της Google, ενισχύει ακόμη περισσότερο αυτές τις δυνατότητες, δημιουργώντας νέους προβληματισμούς για το ποιος αποκτά πρόσβαση σε πληροφορίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια παρέμεναν αποκλειστικά μέσα στην καμπίνα του οχήματος.
Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο καθώς αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνδέουν πλέον την οδική ασφάλεια με την αυτοματοποίηση των ελέγχων. Οι παραδοσιακές περιπολίες και οι τυπικοί έλεγχοι αντικαθίστανται σταδιακά από δίκτυα καμερών, αισθητήρων και λογισμικών ανάλυσης που λειτουργούν σε μόνιμη βάση, χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. Για τους υποστηρικτές αυτής της λογικής, η τεχνολογία μπορεί να μειώσει τα ατυχήματα και να περιορίσει επικίνδυνες συμπεριφορές. Για τους επικριτές της όμως, δημιουργείται ένα μοντέλο μαζικής ψηφιακής επιτήρησης που δύσκολα θα περιοριστεί στο μέλλον.

Οι εξελίξεις σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι η ήπειρος κινείται σταδιακά προς ένα μοντέλο πιο εκτεταμένης ψηφιακής επιτήρησης στους δρόμους. Η αυξανόμενη συμμετοχή τοπικών αρχών και δήμων στην εγκατάσταση και διαχείριση «έξυπνων» καμερών ανοίγει τον δρόμο για ακόμη μεγαλύτερη εξάπλωση τέτοιων συστημάτων τα επόμενα χρόνια. Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, δεν αποκλείεται όλο και περισσότερες πόλεις να αποκτήσουν ενεργό ρόλο στην ανάπτυξη δικτύων αυτοματοποιημένου ελέγχου της κυκλοφορίας και καταγραφής παραβάσεων.
Στην Ελλάδα, η συζήτηση γύρω από τις «έξυπνες» κάμερες και τα αυτοματοποιημένα συστήματα ελέγχου βρίσκεται ακόμη σε πιο πρώιμο στάδιο. Από μια μακρά περίοδο όπου η αστυνόμευση στους δρόμους θεωρούνταν περιορισμένη ή ανεπαρκής, η εικόνα περνά πλέον σε ένα περιβάλλον συνεχούς ηλεκτρονικής επιτήρησης, με αυτοματοποιημένους ελέγχους και άμεση καταγραφή παραβάσεων. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που θεωρούν ότι ο στόχος μετατοπίζεται σταδιακά από την πρόληψη και την παρουσία της Τροχαίας σε έναν πιο αυστηρό και απρόσωπο μηχανισμό εντοπισμού και «γραπώματος» του παραβάτη, εκφράζοντας φόβους πως η συνεχής επέκταση καμερών και ηλεκτρονικών ελέγχων μπορεί να λειτουργήσει περισσότερο ως εισπρακτικός μηχανισμός παρά αποκλειστικά ως μέτρο οδικής ασφάλειας.



