Τα δεκαεπτά χρόνια πριν από το πρώτο μάθημα οδήγησης

Η διάκριση ανάμεσα στην εκπαίδευση οδικής ασφάλειας και στην εκπαίδευση οδήγησης μόνο καινούργια δεν είναι. Εδώ και δεκαετίες αποτελεί αντικείμενο συζήτησης στην ευρωπαϊκή επιστημονική κοινότητα, στους οργανισμούς οδικής ασφάλειας, στους παιδαγωγούς και στους επαγγελματίες της εκπαίδευσης οδηγών. Παρ’ όλα αυτά, μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις δύο αυτές έννοιες ως ταυτόσημες, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο διαφορετικές εκπαιδευτικές διαδικασίες, με διαφορετική αφετηρία, διαφορετικούς στόχους και διαφορετικές ευθύνες. Η προσέγγιση αυτή δεν έχει ακόμη αποκτήσει τη θέση που της αξίζει στον δημόσιο σχεδιασμό και στην εκπαιδευτική πολιτική.

Το παράδειγμα βρίσκεται σχεδόν καθημερινά μπροστά μας, στις σχολές οδηγών. Ένας γονιός που συνοδεύει το παιδί του για την έκδοση της πρώτης άδειας οδήγησης θα πει συχνά στον εκπαιδευτή: «Θέλω να του μάθετε να οδηγεί». Πίσω όμως από αυτή τη φράση, συνήθως κρύβεται κάτι πολύ περισσότερο από την εκμάθηση του χειρισμού ενός οχήματος. Περιμένει να μάθει να σέβεται τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, να αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο, να οδηγεί με ψυχραιμία, να μην επηρεάζεται από την παρέα του, να μην χρησιμοποιεί το κινητό τηλέφωνο και πάνω απ’ όλα, να επιστρέφει καθημερινά ασφαλής στο σπίτι. Όλα αυτά, πολλές φορές με την προσδοκία ή ακόμη και την απαίτηση να επιτευχθούν μέσα σε λίγες δεκάδες ώρες μαθημάτων. Η επιθυμία αυτή είναι απολύτως σεβαστή. Δημιουργεί όμως ένα εύλογο ερώτημα: μπορεί ο εκπαιδευτής οδηγών, εδώ και τώρα, να καλύψει όσα η οικογένεια, το σχολείο και η κοινωνία δεν κατάφεραν να καλλιεργήσουν στα πρώτα δεκαεπτά χρόνια της ζωής ενός παιδιού;

Οι περισσότερες ευρωπαϊκές πολιτικές οδικής ασφάλειας αντιμετωπίζουν την οδική παιδεία και την εκπαίδευση οδήγησης ως δύο διαφορετικούς, αλλά αλληλένδετους κρίκους της ίδιας αλυσίδας. Η πρώτη αρχίζει από την παιδική ηλικία και καλλιεργεί στάσεις, αξίες και συμπεριφορές. Η δεύτερη έρχεται αργότερα να διδάξει τις γνώσεις και τις δεξιότητες που απαιτούνται για την ασφαλή οδήγηση.

Δυστυχώς, αντιλαμβανόμαστε την πραγματική έκταση του προβλήματος μόνο όταν είναι πλέον αργά. Μετά από ένα σοβαρό τροχαίο, όπως συμβαίνει και με πολλά άλλα ανοικτά ζητήματα οδικής ασφάλειας, αρχίζουν οι συζητήσεις και οι αναλύσεις για το τι πήγε λάθος. Η απάντηση, όμως, κρύβεται πολλά χρόνια νωρίτερα.

Τα παιδιά δεν εκπαιδεύονται μόνο μέσα από όσα ακούν, αλλά κυρίως μέσα από όσα βλέπουν να συμβαίνουν καθημερινά γύρω τους. Ο γονιός που σταματά πριν από μια διάβαση πεζών, φορά πάντα τη ζώνη ασφαλείας, δεν χρησιμοποιεί το κινητό τηλέφωνο οδηγώντας και αντιμετωπίζει με σεβασμό τους υπόλοιπους χρήστες του δρόμου, παραδίδει χωρίς να το αντιλαμβάνεται, το πρώτο και ίσως το σημαντικότερο μάθημα οδικής ασφάλειας. Αντίθετα, όταν η παραβίαση των κανόνων παρουσιάζεται ως «εξυπνάδα» ή ως ένδειξη οδηγικής ικανότητας, το παιδί εσωτερικεύει μια αντίληψη που δύσκολα ανατρέπεται αργότερα.

Δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια. Τόσο χρόνο έχει μπροστά της η οικογένεια, το σχολείο, η τοπική αυτοδιοίκηση, οι αθλητικοί και κοινωνικοί φορείς για να καλλιεργήσουν στα παιδιά μια πραγματική κουλτούρα οδικής ασφάλειας. Συχνά επιλέγουμε να γεμίσουμε αυτό το πολύτιμο χρονικό διάστημα με δραστηριότητες και πιστοποιήσεις που προηγούνται των πραγματικών αναγκών και της ωριμότητας ενός παιδιού.

Συμπεριφερόμαστε σαν να πρέπει να αρχίσουμε να χτίζουμε το βιογραφικό του ήδη από το δημοτικό, ξεχνώντας ότι πολύ πριν αναζητήσει την πρώτη του δουλειά, θα χρειαστεί να κυκλοφορεί καθημερινά με ασφάλεια στον δρόμο ως πεζός, ποδηλάτης, συνεπιβάτης και λίγα χρόνια αργότερα, οδηγός.

Αναζητούμε διαρκώς το επόμενο πρωτότυπο πρόγραμμα, τη νέα δραστηριότητα και κάθε είδους οργανωμένη απασχόληση, αντί να απαιτούμε λειτουργικά πάρκα κυκλοφοριακής αγωγής, ασφαλείς χώρους ποδηλάτου, βιωματικά προγράμματα οδικής παιδείας και δράσεις που θα βοηθήσουν τα παιδιά να μάθουν να κινούνται σωστά και με ασφάλεια μέσα στον δημόσιο χώρο. Αυτό, όχι ως αποσπασματικές ημερίδες και περιστασιακά επικοινωνιακά γεγονότα, αλλά ως μια σταθερή εκπαιδευτική διαδικασία που θα συνοδεύει το παιδί σε όλη τη διάρκεια της σχολικής του ζωής.

Η κυκλοφοριακή συνείδηση δεν οικοδομείται λίγους μήνες πριν από την έκδοση του διπλώματος. Τα θεμέλιά της μπαίνουν στα δεκαεπτά χρόνια που προηγούνται. Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα παιδιά μας έμαθαν απλώς μερικούς κανόνες και σήματα οδικής κυκλοφορίας. Είναι αν τα έχουμε θωρακίσει σε τέτοιο βαθμό ώστε, όταν έρθει η ώρα να βρεθούν μόνα τους πίσω από το τιμόνι, να θεωρούν τον σεβασμό στους κανόνες αυτονόητο και την παραβατική συμπεριφορά όχι «μαγκιά», αλλά κάτι ντροπιαστικό και παρωχημένο.

Κύλιση στην κορυφή