Από τα αλκοτέστ στα ναρκοτέστ: η εικόνα στους δρόμους και η καθυστερημένη προσαρμογή

Η αυστηροποίηση των αλκοτέστ στους ελληνικούς δρόμους, με τον νέο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με τη συχνότερη παρουσία τροχονομικών ελέγχων, αποτελεί πλέον γεγονός. Δεν θα πρέπει να προκαλέσει έκπληξη αν στο κοντινό μέλλον καταγραφεί αύξηση στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν περιστατικά οδηγών οι οποίοι εντοπίζονται υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών. Όχι επειδή αλλάζει η συμπεριφορά των οδηγών, αλλά επειδή ορισμένοι αναζητούν τρόπους επήρειας που θεωρούν, λανθασμένα, ότι ελέγχονται λιγότερο.

Από την εμπειρία μου ως μέρος της ελληνικής πραγματικότητας, δυστυχώς, για μία ακόμη φορά η δημόσια συζήτηση γύρω από τα ναρκοτέστ είναι πιθανό να ξεκινήσει ως κάτι πρωτόγνωρο και αιφνιδιαστικό. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια καθυστερημένη προσαρμογή σε μια ευρωπαϊκή πραγματικότητα δεκαετιών. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, η οδήγηση υπό την επήρεια ναρκωτικών αντιμετωπίζεται εδώ και χρόνια ως ισοδύναμος κίνδυνος με το αλκοόλ, με σαφές νομικό πλαίσιο, τυποποιημένους ελέγχους και σταθερή εφαρμογή.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, το θέμα παρέμεινε για μεγάλο διάστημα στο περιθώριο. Παρότι ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας απαγόρευε την οδήγηση υπό την επήρεια ουσιών, η απαγόρευση αυτή σπάνια μεταφραζόταν σε συστηματικό έλεγχο στον δρόμο. Η Τροχαία διέθετε περιορισμένο εξοπλισμό, ελλιπή εκπαίδευση και σαφώς χαμηλότερη επιχειρησιακή προτεραιότητα σε σύγκριση με τα αλκοτέστ.

Η αυστηροποίηση των ελέγχων για το αλκοόλ άλλαξε το τοπίο. Με συχνά μπλόκα, χαμηλά όρια και βαριές ποινές, η πιθανότητα να περάσει απαρατήρητος ένας οδηγός που έχει καταναλώσει αλκοόλ μειώθηκε δραστικά. Σε αυτό το συχνά ελεγχόμενο οδικό περιβάλλον, ένα μέρος της παραβατικής συμπεριφοράς μετατοπίζεται. Όχι επειδή εμφανίζονται νέες συνήθειες, αλλά επειδή κάποιοι οδηγοί θεωρούν ότι άλλες μορφές επήρειας είναι δυσκολότερο να εντοπιστούν.

Εδώ ακριβώς έρχονται τα ναρκοτεστ. Τα τεστ σάλιου που χρησιμοποιούνται στους δρόμους ανιχνεύουν συγκεκριμένες κατηγορίες ουσιών που επηρεάζουν άμεσα την ικανότητα οδήγησης, όπως, κανναβινοειδή (THC), κοκαΐνη, αμφεταμίνες και μεθαμφεταμίνες, καθώς και οπιοειδή. Ένα θετικό αποτέλεσμα ή η αμφισβήτησή του από τον οδηγό δεν οδηγεί από μόνο του σε τελική κρίση, αλλά προβλέπεται δεύτερη, επιβεβαιωτική εξέταση με ανάλυση βιολογικού δείγματος, ώστε να διαπιστωθεί με ασφάλεια αν υπάρχει πράγματι οδήγηση υπό την επήρεια ουσιών. Στο μεταξύ, οι αστυνομικές αρχές μπορούν να λάβουν άμεσα μέτρα για λόγους οδικής ασφάλειας, όπως η ακινητοποίηση του οχήματος και η απομάκρυνση του οδηγού από την οδήγηση, έχοντας θετικό αποτέλεσμα από το τεστ σάλιου και μόνο.

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν εξαντλείται στον τρόπο εφαρμογής των ελέγχων. Αγγίζει ευρύτερα τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζεται και ασκείται, εδώ και πολλά χρόνια, η δημόσια πολιτική. Η επιλογή να επενδύσει ουσιαστικά ένα κράτος  σε οδική παιδεία θέλει χρήμα, κόπο  και πολύ χρόνο, με τον «κίνδυνο» να καρπωθούν τα εύσημα, άλλα, μελλοντικά κυβερνητικά σχήματα. Αντίθετα, η αυστηροποίηση των ποινών είναι ευκολότερη, ταχύτερη και συχνά, δημοσιονομικά αποδοτική. Με απλά λόγια, πειθαρχούν, μειώνουν την παραβατικότητα και ταυτόχρονα ενισχύουν τα δημόσια έσοδα. Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί τι πειράζει αυτό, όμως στην πράξη οδηγεί στο να μην καθορίζεται η οδική μας συμπεριφορά από σταθερούς κανόνες και καλλιεργημένη συνείδηση, αλλά να προσαρμόζεται κάθε φορά στις προθέσεις, τις προτεραιότητες και τις επιλογές της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής.

Σε χώρες της Ευρώπης όπου οι έλεγχοι για ουσίες εφαρμόζονται εδώ και χρόνια, η πρακτική έχει ξεφύγει από τα προβλέψιμα μπλόκα. Οι έλεγχοι είναι αιφνιδιαστικοί, συχνά στοχευμένοι σε επαγγελματίες οδηγούς, σε μεταφορές μεγάλων αποστάσεων ή σε ώρες που παραδοσιακά θεωρούνταν «ασφαλείς». Δεν προηγείται καμία καμπάνια προειδοποίησης και καμία ανοχή στην επανάληψη. Κλασικό παράδειγμα αποτελούν οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν στη Γαλλία στις 3 και 4 Φεβρουαρίου του προηγούμενου έτους, όταν ελέγχθηκαν περίπου 9.000 οδηγοί, κυρίως επαγγελματίες και οδηγοί σχολικών λεωφορείων. Από αυτούς, 49 βρέθηκαν θετικοί, με 44 περιπτώσεις να αφορούν χρήση ναρκωτικών ουσιών και τις υπόλοιπες αλκοόλ.

Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν η αυξημένη παρουσία ελέγχων στους ελληνικούς δρόμους θα αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά και θα επεκταθεί με την ίδια ένταση και στο πεδίο των ναρκοτεστ. Μέχρι στιγμής, η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά σε σχέση με το παρελθόν, ωστόσο η εμπειρία από άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνει ότι το αποτέλεσμα κρίνεται στη διάρκεια και στη συνέπεια.

Την ίδια στιγμή, όσο η συζήτηση γύρω από τις ναρκωτικές ουσίες παραμένει ταμπού στην ελληνική κοινωνία και οικογένεια, ιδιαίτερα όταν αφορά νέους και μαθητές, οι αποκαλύψεις από τους ελέγχους θα συνεχίζουν να προκαλούν έκπληξη. Όχι επειδή το φαινόμενο εμφανίζεται ξαφνικά, αλλά επειδή για χρόνια αντιμετωπιζόταν με εμφανή απροθυμία αναφοράς και συζήτησης, στο πλαίσιο μιας αντίληψης ότι το πρόβλημα αφορά κυρίως άλλους και όχι εμάς.

Κύλιση στην κορυφή