Η νεκρή γωνία των οχημάτων και τα όρια της ανθρώπινης όρασης στον δρόμο

Με αφορμή τη συζήτηση γύρω από τη λεγόμενη «νεκρή γωνία» των οχημάτων, ένα ζήτημα που συχνά περνά απαρατήρητο στην καθημερινή οδήγηση, αλλά συνδέεται με μεγάλο αριθμό τροχαίων ατυχημάτων, γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η ασφάλεια στον δρόμο εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα όρια της ανθρώπινης αντίληψης. Η έννοια της νεκρής γωνίας περιγράφει εκείνη την περιοχή γύρω από ένα όχημα που δεν καλύπτεται από το άμεσο οπτικό πεδίο του οδηγού ούτε από τους καθρέφτες. Σε αυτή τη ζώνη μπορεί να βρίσκεται ένα άλλο όχημα χωρίς να γίνεται αντιληπτό, κάτι που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν πρόκειται για μοτοσικλέτες ή ποδήλατα, δηλαδή μέσα μεταφοράς με μικρότερο όγκο και πιο δυσδιάκριτη παρουσία στον δρόμο.

Για να κατανοήσει κανείς γιατί δημιουργούνται αυτές οι «αόρατες» περιοχές, πρέπει πρώτα να εξετάσει τα όρια της ανθρώπινης όρασης. Το οπτικό πεδίο του ανθρώπου είναι αρκετά ευρύ, αλλά δεν είναι απεριόριστο. Σε έναν άνθρωπο με φυσιολογική όραση το συνολικό οριζόντιο οπτικό πεδίο φτάνει περίπου τις 200 μοίρες. Από αυτές, περίπου 120 μοίρες αντιστοιχούν στην περιοχή όπου τα δύο μάτια συνεργάζονται και παρέχουν στερεοσκοπική αντίληψη βάθους. Ωστόσο, η περιοχή στην οποία μπορούμε να δούμε καθαρά και με λεπτομέρεια είναι πολύ μικρότερη.  Η κεντρική όραση, δηλαδή η ζώνη υψηλής οπτικής οξύτητας, δεν ξεπερνά συνήθως τις 30 μοίρες από το συνολικό οπτικό πεδίο.

Αυτό σημαίνει ότι το μεγαλύτερο μέρος των πληροφοριών – ερεθισμάτων που λαμβάνει ο οδηγός κατά την οδήγηση βρίσκεται στην περιφερειακή όραση, η οποία είναι πολύ λιγότερο ακριβής. Η περιφερειακή όραση βοηθά να αντιλαμβανόμαστε κίνηση ή αλλαγές στο περιβάλλον, αλλά δεν μπορεί να αναγνωρίσει εύκολα λεπτομέρειες. Σε έναν δρόμο με έντονη κυκλοφορία, όπου ο οδηγός πρέπει να επεξεργάζεται συνεχώς πολλαπλές πληροφορίες, η διάκριση ενός μικρού αντικειμένου όπως μια μοτοσικλέτα, μπορεί να γίνει ιδιαίτερα δύσκολη αν βρίσκεται κοντά στα όρια του οπτικού πεδίου.

Οι περιορισμοί αυτοί γίνονται ακόμη πιο εμφανείς όσο αυξάνεται η ηλικία του οδηγού. Η γήρανση επηρεάζει σταδιακά διάφορες λειτουργίες της όρασης. Έρευνες δείχνουν ότι το χρήσιμο περιφερειακό οπτικό πεδίο μπορεί να μειωθεί έως και κατά 20-30 % μετά την ηλικία των 60 ετών. Η ταχύτητα επεξεργασίας των οπτικών πληροφοριών επίσης μειώνεται, με αποτέλεσμα οι μεγαλύτεροι σε ηλικία οδηγοί να χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αντιληφθούν ένα ερέθισμα και να αντιδράσουν. Παράλληλα, η ευαισθησία στο φως και στην αντίθεση περιορίζεται, κάτι που κάνει πιο δύσκολη την αναγνώριση αντικειμένων σε χαμηλό φωτισμό ή σε σύνθετα οπτικά περιβάλλοντα.

Η μείωση αυτή της οπτικής ικανότητας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ένας μεγαλύτερος σε ηλικία οδηγός είναι επικίνδυνος. Παρόλα αυτά, υπογραμμίζει πόσο σημαντικό είναι να γνωρίζουμε τα όρια της αντίληψής μας, ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου οι απαιτήσεις της οδήγησης αυξάνονται. Στις σύγχρονες πόλεις η κυκλοφορία είναι πυκνότερη, τα οχήματα περισσότερα και οι πληροφορίες που πρέπει να επεξεργαστεί ο οδηγός πολλαπλάσιες σε σχέση με μερικές δεκαετίες πριν.

Σε αυτό το περιβάλλον η οπτική αντίληψη έχει γίνει πιο κρίσιμη από ποτέ. Η οδήγηση βασιζόταν πάντα κυρίως στην όραση, όμως στο παρελθόν η ακουστική αντίληψη λειτουργούσε ως σημαντικό συμπλήρωμα. Ο ήχος ενός κινητήρα μπορούσε να προδώσει την παρουσία ενός οχήματος πριν ακόμη εμφανιστεί στο οπτικό πεδίο. Σήμερα όμως αυτή η βοήθεια μειώνεται σταδιακά. Η διάδοση των ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων, τα οποία κινούνται σχεδόν αθόρυβα σε χαμηλές ταχύτητες, περιορίζει σημαντικά την πληροφορία που λαμβάνει ο οδηγός μέσω της ακοής.

Σε ταχύτητες κάτω των 30 χιλιομέτρων την ώρα, πολλά ηλεκτρικά οχήματα παράγουν τόσο χαμηλό επίπεδο θορύβου ώστε μπορεί να μην γίνουν αντιληπτά από πεζούς ή άλλους οδηγούς αν δεν τα δουν. Για αυτόν τον λόγο αρκετές χώρες έχουν ήδη θεσπίσει υποχρεωτικά συστήματα τεχνητού ήχου για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ώστε να προειδοποιούν το περιβάλλον τους. Παρ’ όλα αυτά, η βασική πληροφορία στον δρόμο παραμένει οπτική.

Οι καθρέφτες ενός αυτοκινήτου καλύπτουν μεγάλο μέρος του χώρου πίσω και δίπλα από το όχημα, αλλά δεν μπορούν να εξαλείψουν πλήρως τα «τυφλά» σημεία. Συνήθως αυτά βρίσκονται διαγώνια πίσω από το όχημα, περίπου στο ύψος της πίσω πόρτας. Εκεί μπορεί να κινείται ένα άλλο όχημα χωρίς να εμφανίζεται στους καθρέφτες. Αν ο οδηγός βασιστεί αποκλειστικά σε αυτούς και δεν ελέγξει τη νεκρή γωνία στρέφοντας στιγμιαία το κεφάλι του, υπάρχει πιθανότητα να αλλάξει λωρίδα χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία άλλου οχήματος.

Η κατάσταση γίνεται πιο επικίνδυνη όταν πρόκειται για μοτοσικλέτες. Το μικρότερο πλάτος τους και η μεγαλύτερη ευελιξία τους επιτρέπουν να κινούνται σε θέσεις όπου δεν είναι εύκολο να γίνουν αντιληπτές. Μια μοτοσικλέτα μπορεί να παραμείνει για αρκετά δευτερόλεπτα στη νεκρή γωνία ενός αυτοκινήτου, ειδικά σε δρόμους ταχείας κυκλοφορίας όπου τα οχήματα κινούνται με παρόμοια ταχύτητα. Σε εκείνο το χρονικό διάστημα ο οδηγός του αυτοκινήτου μπορεί να θεωρεί ότι ο δρόμος είναι ελεύθερος, ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει ήδη ένα όχημα δίπλα του.

handsome father looking at teen son learning driving car

Για τον λόγο αυτό, στην εκπαίδευση των οδηγών δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στον έλεγχο της νεκρής γωνίας πριν από κάθε αλλαγή λωρίδας, πριν από την εκκίνηση του οχήματος από στάση, αλλά ακόμη και πριν ανοίξει μια πόρτα προς τον δρόμο. Η απλή περιστροφή του κεφαλιού προς τα πλάγια διαρκεί λιγότερο από ένα δευτερόλεπτο αλλά μπορεί να αποκαλύψει πληροφορίες που δεν φαίνονται στους καθρέφτες. Από την πλευρά τους, οι μοτοσικλετιστές καλό είναι να αποφεύγουν να κινούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα δίπλα σε ένα αυτοκίνητο, καθώς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να βρίσκονται στη νεκρή γωνία του οδηγού. Για αυτό και συχνά τονίζεται ότι πρέπει να προσπαθούν να «μπαίνουν στη θέση» του άλλου οδηγού, δηλαδή να σκέφτονται πώς βλέπει τον δρόμο εκείνος μέσα από το αμάξωμα, τις κολόνες και τους καθρέφτες του αυτοκινήτου που περιορίζουν σημαντικά το οπτικό του πεδίο.

Στον δρόμο συνυπάρχουν άνθρωποι με διαφορετικές εμπειρίες, διαφορετικές ικανότητες αντίληψης και διαφορετικό βαθμό εξοικείωσης με την κυκλοφορία. Ένας αρχάριος οδηγός, ένας ηλικιωμένος, κάποιος που βρίσκεται για πρώτη φορά σε μια άγνωστη πόλη ή ένας πεζός χωρίς οδηγικά βιώματα, βλέπουν και εκτιμούν τον χώρο γύρω τους με διαφορετικό τρόπο. Πόσο μάλλον σε έναν δρόμο όπου τα οχήματα γίνονται ολοένα και πιο αθόρυβα και η κίνηση πιο σύνθετη, αυτή η διαφορά αντίληψης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Η οδήγηση δεν είναι μόνο θέμα κανόνων ή δεξιοτήτων, αλλά και στάσης απέναντι στους άλλους που μοιράζονται τον ίδιο χώρο. Γιατί καμιά φορά την πιο επικίνδυνη «νεκρή γωνία» δεν τη δημιουργούν οι καθρέφτες, αλλά η βεβαιότητα ότι όλοι γύρω μας αντιλαμβάνονται τον δρόμο όπως εμείς.

Κύλιση στην κορυφή